-Τι ετοιμάζετε;
-Πουτίγκα Γιορκσάιρ.
-Πουτίγκα Γιορκσάιρ! Τι μου λέτε! Και από εκείνο το θεσπέσιο ροσμπίφ της παλιάς Αγγλίας θα φάμε σήμερα;
-Ασφαλώς.
-Υποπτεύομαι μάλιστα πως θα έχει μεγάλη επιτυχία. Μυρίζει υπέροχα!
Ο ΦΟΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012
Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012
Η Μαίρη γύρισε, άναψε το φως, προχώρησε προς το παράθυρο, τράβηξε τις κουρτίνες, και μόνοτότε παρατήρησε το πρόσωπο της Άντελ Φόρτεσκιου’ ένα πρόσωπομελανό, μεμάτια γουρλωμένα και μισάνοιχτο, στραβωμένο στόμα. Δίπλα της βρισκόταν μια μισοφαγωμένη φρυγανιά αλειμμένη με μαρμελάδα βερίκοκο κι ένα μισογεμάτο φλιτζάνι. Ο θάνατος την είχε βρει πριν τελειώσει το τσάι της.ΕΝΑ ΑΛΛΟΘΙ ΓΙΑ ΤΡΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ
ΣΚΟΟΥΝΣ
Προτού ξεκινήσετε την Παρασκευή, προθερμαίνετε τον φούρνο στους 240ο C και λειώνετε το βούτυρο. Μέσα σε μια γαβάθα ανακατεύετε καλά το αλεύρι, τη μαγιά και το αλάτι. Προσθέτετε το λειωμένο βούτυρο, το γάλα, τη ζάχαρη και τα αυγά, ανακατεύοντας προσεκτικά καθώς προσθέτετε ένα ένα τα υλικά. Αν έχετε χρόνο, μπορείτε να διαχωρίσετε τους κρόκους από τα ασπράδια και να χτυπήσετε τα ασπράδια μαρέγκα προτού τα προσθέσετε στη ζύμη, ώστε το μείγμα σας να γίνει πιο αφρώδες. Ωστόσο, αυτό δεν είναι απαραίτητο.
Πλάθετε τη ζύμη, την αφήνετε να «ξεκουραστεί» όσο αλείφετε τις φόρμες με βούτυρο και τις πασπαλίζετε με αλεύρι. Γεμίζετε τα ¾ από κάθε φόρμα και τις τοποθετείτε στο ταψί του φούρνου.
Ψήνετε για 20 λεπτά περίπου, μειώνοντας τη θερμοκρασία στους 200ο C στα μέσα του ψησίματος, μόλις διαπιστώσετε ότι τα σκόουνς έχουν φουσκώσει.
Τα αφήνετε να κρυώσουν πάνω στη σχάρα προτού να τα βγάλετε από τις φόρμες. Τα σερβίρετε χλιαρά και τα συνοδεύετε με σαντιγύ και ζελέ φραγκοστάφυλο (ή με κρέμα του Ντέβον, αν είχατε την τύχη να βρεθείτε πρόσφατα στα πάτρια εδάφη της μις Κρίστι).
Ανν Μαρτινετί - Φρανσουά Ριβιέρ: Σασπένς Καραμελέ (Ηλέκτρα, 2005)
Ανν Μαρτινετί - Φρανσουά Ριβιέρ: Σασπένς Καραμελέ (Ηλέκτρα, 2005)
Κυριακή 1 Ιουλίου 2012
Για τσάι στης Μις Μαρπλ
Το απογευματινό τσάι είναι η κατεξοχήν αγγλική τελετουργική συνήθεια, αλλά και μια παράδοση που, στην Αγγλία του σήμερα, τείνει να εκλείψει. Το τσάι ως ρόφημα πρέπει σαφέστατα να διακρίνεται από το ελαφρύ γεύμα –«high tea» ή «meat tea»- που συνοδεύει το τσάι αυτό καθαυτό και που αρχικά ονομαζόταν «afternoon tea», επειδή λαμβανόταν γύρω στις πέντε το απόγευμα, εξού και το περίφημο «five o’ clock tea», με ένα φλυτζάνι παχύρρευστη σοκολάτα ανά χείρας. Λέγεται ότι αυτή που καθιέρωσε την ώρα και το περιεχόμενο του «five o’ clock tea» ήταν η Άννα, σύζυγος του δούκα του Μπέντεφορντ, καθώς τη συγκεκριμένη ώρα της ημέρας αισθανόταν «μια αδυναμία». Τον 190 αιώνα, οι Άγγλοι έπαιρναν πλουσιοπάροχο πρωινό με κρέατα και αυγά, το μεσημέρι έτρωγαν στο πόδι και το βράδυ δεν δειπνούσαν πριν από τις οκτώ. Συνεπώς, το μικρό κενό στο στομάχι που αισθανόταν η δούκισσα του Μπέντφορντ ήταν απόλυτα φυσιολογικό.
Όσο για τη «δούκισσα του θανάτου», εν προκειμένω, στα μυθιστορήματά της η τελετουργία του τσαγιού έχει ήδη χάσει κάτι από την παλιά της αίγλη. Στο περιθώριο μιας από τις έρευνές της (στο Διπλό είδωλο στον σπασμένο καθρέφτη), η Μις Μαρπλ προτείνει στον Ντέρμοτ Κράντοκ: «Αν έχετε χρόνο, ελάτε να πάρουμεμαζί το τσάι μας μια από αυτές τις μέρες… αν πίνεται τσάι ακόμη. Ξέρω ότι πολλοί νέοι σήμερα θεωρούν το “afternoon tea” κάτι ξεπερασμένο…» […]
Μακριά από το νησί τους, οι Άγγλοι είναι αμείλικτοι όσο αφορά στην ποιότητα του αναζωογονητικού αφεψήματος. Σύμφωνα με την Άγκνες Ρέπλιερ, συγγραφέα του αξεπέραστου To think of tea! «το γεγονός ότι το αγγλικό τσάι κατάφερε να επιζήσει στην αρχή της ύπαρξής του είναι ένα από αυτά τα θαύματα που κατά καιρούς αποκαθιστούν την πίστη μας σ’ έναν κόσμο ιδιαίτερα εχθρικό». Τόσο το χειρότερο για τον επιθεωρητή Ντέιβυ που, ποδοπατώντας με τα χοντροπάπουτσά του την παχιά μοκέτα του σαλονιού στο ξενοδοχείο Μπέρτραμ, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του –για να του δώσει κουράγιο- ότι το “five ο’ clock tea” είναι παρελθόν, όπως και το πουλί Dodo του νησιού Μαυρίκιος».
Ανν Μαρτινετί - Φρανσουά Ριβιέρ: Σασπένς Καραμελέ (Ηλέκτρα, 2005)
Τρίτη 1 Μαΐου 2012

"Αχ! Η πουτίγκα, αυτή η παλιά καλή εγγλέζικη σπεσιαλιτέ την οποία λατρεύουν οι ηλικιωμένες δεσποσύνες, αφού στην αφράτη ζύμη της ξαναβρίσκουν την έγνοια για τον σωστό υπολογισμό των υλικών και την αγάπη τους για την παράδοση... τι γίνεται, όμως αν η πουτίγκα μεταβληθεί σε εργαλείο για φόνο;Η Άγκαθα Κρίστι αγαπούσε το καλό φαγητό, και ήξερε πώς να μεταβάλλει τα πιο λαχταριστά πιάτα σε παγίδες θανάτου! Στις σελίδες των αστυνομικών μυθιστορημάτων της «μεγάλης κυρίας του εγκλήματος», ακόμα κι ένα ορεκτικό σάντουιτς από τα χέρια ενός δολοφόνου αρκεί για να στείλει το θύμα του «εν τόπω χλοερώ»... Στις συνταγές που περιλαμβάνονται εδώ, οι συγγραφείς, μανιώδεις αναγνώστες της Κρίστι, αφαίρεσαν μεν το αρσενικό και τη στρυχνίνη (!) κράτησαν όμως τους αριστοτεχνικούς συνδυασμούς και την απαράμιλλη πρωτοτυπία της καλής βρετανικής κουζίνας!
Τρίτη 1 Μαρτίου 2011
Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011
Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010
Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010
Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010
Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010
Μπαίνοντας στο Google, έπεσα πάνω σε ένα παράξενο banner στην προµετωπίδα του. Το ψιλοαδιάφορο δεξί κλικ µε ταξίδεψε σε παρελθόντες χρόνους. Σε παρελθόντες φόνους. Το banner ήταν αφιερωµένο στα 120 χρόνια από τη γέννηση της Αγκαθα Κρίστι, στις 15 Σεπτεµβρίου 1890.
Την είχα ξεχάσει τη φίλη µου την Αγκαθα. Την είχα σπρώξει στα βάθη της µνήµης, τη σύντροφο των εφηβικών µου καλοκαιριών. Το κίτρινο βιβλιαράκι τσέπης. Εκδόσεις Λυχνάρι. Ο τίτλος, µε τις λέξεις «φόνος, δολοφόνος, έγκληµα». Το απαραίτητο σκίτσο µιας, όµορφης µεν έντροµης δε, κοπέλας. Το πιστόλι, το µαχαίρι, οι σταγόνες αίµατος. Και το ταξίδι ξεκινούσε. Κλασικό θερινό ανάγνωσµα το αστυνοµικό της κοµψής Αγκαθα. Ποτέ δεν εστίαζε στη φρίκη, ποτέ δεν καταδεχόταν τις ανατριχιαστικές λεπτοµέρειες. Οι φόνοι της ήταν πάντα απολύτως συµβατοί µε το savoir vivre.
Παραδοσιακή Αγγλίδα ,ξεδίπλωνε την ιστορία της µε την ίδια αυστηρή ιεροτελεστία που οι Αγγλοι σερβίρουν το τσάι συνοδευµένο απαρέγκλιτα µε µικροσκοπικά σάντουιτς. Μόνο που εκείνη, µε τις ίδιες αβρές κινήσεις, µέσα στο σάντουιτς αντί για αγγούρι έβαζε στρυχνίνη. Η µόνη της διαφορά από τη γηραιά γειτόνισσα της διπλανής πόρτας, την -ενδεχοµένως- χήρα αξιωµατικού.
Δεν ξέρω γιατί οι περισσότεροι από εµάς έχουν ταυτίσει την Αγκαθα Κρίστι -όπως και τον Σαρλ Εσµπραγιά, τον πνευµατικό µπαµπά της σκωτσέζας γεροντοκόρης Ιµογένης- µε τις υψηλές θερµοκρασίες του Αυγούστου. Στις χειµερινές καταδύσεις, µας συνόδευαν ο Ντοστογιέφσκι και ο Φόκνερ. Ο Τολστόι και ο Τζέιµς Τζόις. Ο Χάξλερ και ο Προυστ. Αναζητώντας τον χαµένο χρόνο. Αναζητώντας τον χαµένο φόνο. Στη δεξιά µας ξαπλώστρα έστριβε το τσιγκελωτό µουστάκι του ο Ηρακλής Πουαρό, εξασκώντας ακούραστα τα µικρά φαιά του κύτταρα. Στην αριστερή ξαπλώστρα, η «miss» Τζέιν Μαρπλ έπλεκε ένα κασκόλ για τον αγαπηµένο της ανιψιό, τον Ρέιµοντ Γουέστ. Προτού τελειώσει το κασκόλ, ο δολοφόνος θα έχει βρεθεί. Ο κύριος Πουαρό και η δεσποινίς Μαρπλ θα έχουν φροντίσει γι' αυτό. Κι εγώ θα µένω πάντα άναυδη. Μα να µην πάει ποτέ το µυαλό µου! Ενώ η µητέρα µου, πού τον έβρισκε πάντα στις 10 πρώτες σελίδες;
Ναι, όντως, ο δολοφόνος είναι ο γιατρός. Ναι, όντως, υπάρχει διαφορά ανάµεσα στα φαιά και στα ξανθά κύτταρα.
Θα μου πείτε «παραφιλολογία του κερατά». Ναι, αν δεχθούµε ότι στην ίδια κατηγορία ανήκουν µορφές όπως ο Ντάσιελ Χάµετ και ο Ρέιµοντ Τσάντλερ (διαβάστε το εκπληκτικό «εγχειρίδιο» του Τσάντλερ «Η τέχνη του φόνου» και θα καταλάβετε τι εννοώ)!
Τα βιβλία της Αγκαθα Κρίστι έρχονται δεύτερα σε πωλήσεις µετά τη Βίβλο. Οταν η συγγραφή γίνεται ένας εξαιρετικά προσοδοφόρος βιοπορισµός, λογικό να έχει γράψει και άπειρες πατάτες. Οµως υπάρχουν και εξαιρετικά µυθιστορήµατα. Από τα µέσα της δεκαετίας του '50 και για µία ολόκληρη εικοσαετία! Με κορυφαία τα βιβλία «Οι δέκα µικροί νέγροι», «Εγκληµα στο Οριάν Εξπρές», «Μάρτυρας κατηγορίας», άντε και η «Ποντικοπαγίδα»!
Στην Αγκάθα (και τον Λόρενς Ντάρελ, να 'µαστε και δίκαιοι) χρωστάω τα πρώτα µου ταξίδια στην Αίγυπτο. Ταξίδια του νου, χωρίς αλέρετούρ, χωρίς «οργάνωση» και πακέτα προσφορών. Ολοι µας σε κάποια γωνιά της σκοτεινής αποθήκης θα βρούµε ένα ξεχασµένο κίτρινο βιβλίο τσέπης. Το θύµα βρέθηκε µαχαιρωµένο στη βιβλιοθήκη του αγγλικού πύργου. Οι ένοχοι, πολλοί. Ο δολοφόνος βρέθηκε και τιµωρήθηκε. Οι υπόλοιποι έζησαν αυτοί καλά. Εζησαν; Ζουν; Τρέχα γύρευε. 120 χρόνια από τη γέννησή της. Εζησε; Ζει; Τρέχα γύρευε! Για τον συγγραφέα ο θάνατος είναι ο βιολογικός; Ή πεθαίνει όταν κανένας δεν τον διαβάζει πια; Και οι ιδιοφυείς εκπρόσωποι της παραφιλολογίας; Είναι πιο θνησιγενείς από τους «µεγάλους»; Ακόµα κι αν τους κουβαλάµε µέσα µας; Ακόµα κι αν τους «φέρουµε ως ταπεινόν σαρκίον» της µνήµης µας;
Πότε πεθαίνει ο συγγραφέας; Πότε πεθαίνει το παραµύθι; Και ποιος είναι δολοφόνος του, αγαπητή Αγκαθα;
Την είχα ξεχάσει τη φίλη µου την Αγκαθα. Την είχα σπρώξει στα βάθη της µνήµης, τη σύντροφο των εφηβικών µου καλοκαιριών. Το κίτρινο βιβλιαράκι τσέπης. Εκδόσεις Λυχνάρι. Ο τίτλος, µε τις λέξεις «φόνος, δολοφόνος, έγκληµα». Το απαραίτητο σκίτσο µιας, όµορφης µεν έντροµης δε, κοπέλας. Το πιστόλι, το µαχαίρι, οι σταγόνες αίµατος. Και το ταξίδι ξεκινούσε. Κλασικό θερινό ανάγνωσµα το αστυνοµικό της κοµψής Αγκαθα. Ποτέ δεν εστίαζε στη φρίκη, ποτέ δεν καταδεχόταν τις ανατριχιαστικές λεπτοµέρειες. Οι φόνοι της ήταν πάντα απολύτως συµβατοί µε το savoir vivre.
Παραδοσιακή Αγγλίδα ,ξεδίπλωνε την ιστορία της µε την ίδια αυστηρή ιεροτελεστία που οι Αγγλοι σερβίρουν το τσάι συνοδευµένο απαρέγκλιτα µε µικροσκοπικά σάντουιτς. Μόνο που εκείνη, µε τις ίδιες αβρές κινήσεις, µέσα στο σάντουιτς αντί για αγγούρι έβαζε στρυχνίνη. Η µόνη της διαφορά από τη γηραιά γειτόνισσα της διπλανής πόρτας, την -ενδεχοµένως- χήρα αξιωµατικού.
Δεν ξέρω γιατί οι περισσότεροι από εµάς έχουν ταυτίσει την Αγκαθα Κρίστι -όπως και τον Σαρλ Εσµπραγιά, τον πνευµατικό µπαµπά της σκωτσέζας γεροντοκόρης Ιµογένης- µε τις υψηλές θερµοκρασίες του Αυγούστου. Στις χειµερινές καταδύσεις, µας συνόδευαν ο Ντοστογιέφσκι και ο Φόκνερ. Ο Τολστόι και ο Τζέιµς Τζόις. Ο Χάξλερ και ο Προυστ. Αναζητώντας τον χαµένο χρόνο. Αναζητώντας τον χαµένο φόνο. Στη δεξιά µας ξαπλώστρα έστριβε το τσιγκελωτό µουστάκι του ο Ηρακλής Πουαρό, εξασκώντας ακούραστα τα µικρά φαιά του κύτταρα. Στην αριστερή ξαπλώστρα, η «miss» Τζέιν Μαρπλ έπλεκε ένα κασκόλ για τον αγαπηµένο της ανιψιό, τον Ρέιµοντ Γουέστ. Προτού τελειώσει το κασκόλ, ο δολοφόνος θα έχει βρεθεί. Ο κύριος Πουαρό και η δεσποινίς Μαρπλ θα έχουν φροντίσει γι' αυτό. Κι εγώ θα µένω πάντα άναυδη. Μα να µην πάει ποτέ το µυαλό µου! Ενώ η µητέρα µου, πού τον έβρισκε πάντα στις 10 πρώτες σελίδες;
Ναι, όντως, ο δολοφόνος είναι ο γιατρός. Ναι, όντως, υπάρχει διαφορά ανάµεσα στα φαιά και στα ξανθά κύτταρα.
Θα μου πείτε «παραφιλολογία του κερατά». Ναι, αν δεχθούµε ότι στην ίδια κατηγορία ανήκουν µορφές όπως ο Ντάσιελ Χάµετ και ο Ρέιµοντ Τσάντλερ (διαβάστε το εκπληκτικό «εγχειρίδιο» του Τσάντλερ «Η τέχνη του φόνου» και θα καταλάβετε τι εννοώ)!
Τα βιβλία της Αγκαθα Κρίστι έρχονται δεύτερα σε πωλήσεις µετά τη Βίβλο. Οταν η συγγραφή γίνεται ένας εξαιρετικά προσοδοφόρος βιοπορισµός, λογικό να έχει γράψει και άπειρες πατάτες. Οµως υπάρχουν και εξαιρετικά µυθιστορήµατα. Από τα µέσα της δεκαετίας του '50 και για µία ολόκληρη εικοσαετία! Με κορυφαία τα βιβλία «Οι δέκα µικροί νέγροι», «Εγκληµα στο Οριάν Εξπρές», «Μάρτυρας κατηγορίας», άντε και η «Ποντικοπαγίδα»!
Στην Αγκάθα (και τον Λόρενς Ντάρελ, να 'µαστε και δίκαιοι) χρωστάω τα πρώτα µου ταξίδια στην Αίγυπτο. Ταξίδια του νου, χωρίς αλέρετούρ, χωρίς «οργάνωση» και πακέτα προσφορών. Ολοι µας σε κάποια γωνιά της σκοτεινής αποθήκης θα βρούµε ένα ξεχασµένο κίτρινο βιβλίο τσέπης. Το θύµα βρέθηκε µαχαιρωµένο στη βιβλιοθήκη του αγγλικού πύργου. Οι ένοχοι, πολλοί. Ο δολοφόνος βρέθηκε και τιµωρήθηκε. Οι υπόλοιποι έζησαν αυτοί καλά. Εζησαν; Ζουν; Τρέχα γύρευε. 120 χρόνια από τη γέννησή της. Εζησε; Ζει; Τρέχα γύρευε! Για τον συγγραφέα ο θάνατος είναι ο βιολογικός; Ή πεθαίνει όταν κανένας δεν τον διαβάζει πια; Και οι ιδιοφυείς εκπρόσωποι της παραφιλολογίας; Είναι πιο θνησιγενείς από τους «µεγάλους»; Ακόµα κι αν τους κουβαλάµε µέσα µας; Ακόµα κι αν τους «φέρουµε ως ταπεινόν σαρκίον» της µνήµης µας;
Πότε πεθαίνει ο συγγραφέας; Πότε πεθαίνει το παραµύθι; Και ποιος είναι δολοφόνος του, αγαπητή Αγκαθα;
Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

- Ίσως να μην έχετε πολύ άδικο, παραδέχθηκε ο Κράντοκ. Μην αρχίσετε όμως να χώνετε την μύτη σας σε πολλά πράγματα. Έχω κάποιο προαίσθημα ότι δεν είστε πολύ ασφαλής…
Η μις Μαρπλ χαμογέλασε.
- Έχω την εντύπωση ότι μου ζητάτε να επιτύχω το ακατόρθωτο. Οι ηλικιωμένες γυναίκες συνηθίζουν χωρίς να το θέλουν να χώνουν την μύτη τους, όπως πολύ επιτυχημένα είπατε, σε πολλά πράγματα. Θα ήταν πολύ παράξενο αν καθόμουν φρόνιμα και δεν έδινα καμιά σημασία σ’ όσα γίνονται γύρω μου. Ζητήματα που αφορούν κοινούς φίλους που μένουν σε πολλά διαφορετικά μέρη, αν θυμούνται κάτι που έχει συμβεί πριν από πολλά χρόνια, αν ξέρουν ποιον παντρεύτηκε η κόρη της λαίδης τάδε, είναι μερικά από τα θέματα που κινούν το ενδιαφέρον μας στην ηλικία που έχουμε φθάσει. Σας εξυπηρετεί καθόλου αυτό;
- Αν με εξυπηρετεί; Επανέλαβε ο Κράντοκ με το ύφος ανθρώπου που δεν καταλάβαινε.
- Ρωτώ αν σας βοηθάει αυτό να ανακαλύψετε αν οι άνθρωποι, πραγματικά, με τους οποίους έχετε να κάνετε είναι όντως ό,τι σας λένε πως είναι, εξήγησε η Μαρπλ.
Σταμάτησε για λίγο για να δει ποια εντύπωση είχαν προκαλέσει τα λόγια της στον συνομιλητή της.
- Αυτό δεν είναι εκείνο που σας στενοχωρεί; Συνέχισε ύστερα από λίγο. Ο κόσμος έχει αλλάξει καταπληκυικά από τότε που τελείωσε ο πόλεμος. Πάρτε ως παράδειγμα το Τσίπιν Γκλέγκχορν. Μοιάζει καταπληκτικά με το Σαιντ Μαίρη Μηντ, όπου μένω. Πριν από δεκαπέντε χρόνια γνωρίζομαστε όλοι ματαξύ μας, ή αν δεν γνωριζόμαστε, ξέραμε τουλάχιστον από πού κρατά η σκούφια του καθενός. Ήταν άνθρωποι που οι γονείς τους, οι παππούδες τους ή οι θείοι τους έμεναν πάντοτε στο ίδιο χωριό. Αν ερχόταν κάποιος καινούργιος να εγκατασταθεί εκεί, έφερνε μαζί του κάποιο σύνταγμα με κάποιον άλλον. Αν παρουσιαζόταν κανένας πραγματικά καινούργιος, όλο το χωριό δεν έμενε ήσυχο παρά μόνον όταν εξακρίβωνε το παρελθόν του καινουργιοφερμένου.
Κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι της και πρόσθεσε.
- Σήμερα όμως έχει αλλάξει η κατάστασις. Όλα τα μικρά χωριά έχουν γεμίσει από ανθρώπους που πήγαν και εγκαταστάθηκαν σ’ αυτά χωρίς να έχουν κανέναν δεσμό με τα μέρη που διάλεξαν. Όλα τα μεγάλα σπίτια πουλήθηκαν και τα εξοχικά σπίτια έχουν υποστεί τέτοιες μεταβολές που έχουν καταντήσει αγνώριστα. Νέοι άνθρωποι κυκλοφορούν στους δρόμους και το μόνο που ξέρει κανείς γι’ αυτούς είναι εκείνα που σου λεν οι ίδιοι. Έχουν μαζευτεί από όλες τις γωνιές του κόσμου.Κανένας δεν ξέρει ποιος είναι ο γείτονάς του.
Αγκάθα Κρίστι, Πρόσκληση σε φόνο, εκδόσεις Λυχνάρι
Μετάφραση: Αχ. Κυριαζής
Η μις Μαρπλ χαμογέλασε.
- Έχω την εντύπωση ότι μου ζητάτε να επιτύχω το ακατόρθωτο. Οι ηλικιωμένες γυναίκες συνηθίζουν χωρίς να το θέλουν να χώνουν την μύτη τους, όπως πολύ επιτυχημένα είπατε, σε πολλά πράγματα. Θα ήταν πολύ παράξενο αν καθόμουν φρόνιμα και δεν έδινα καμιά σημασία σ’ όσα γίνονται γύρω μου. Ζητήματα που αφορούν κοινούς φίλους που μένουν σε πολλά διαφορετικά μέρη, αν θυμούνται κάτι που έχει συμβεί πριν από πολλά χρόνια, αν ξέρουν ποιον παντρεύτηκε η κόρη της λαίδης τάδε, είναι μερικά από τα θέματα που κινούν το ενδιαφέρον μας στην ηλικία που έχουμε φθάσει. Σας εξυπηρετεί καθόλου αυτό;
- Αν με εξυπηρετεί; Επανέλαβε ο Κράντοκ με το ύφος ανθρώπου που δεν καταλάβαινε.
- Ρωτώ αν σας βοηθάει αυτό να ανακαλύψετε αν οι άνθρωποι, πραγματικά, με τους οποίους έχετε να κάνετε είναι όντως ό,τι σας λένε πως είναι, εξήγησε η Μαρπλ.
Σταμάτησε για λίγο για να δει ποια εντύπωση είχαν προκαλέσει τα λόγια της στον συνομιλητή της.
- Αυτό δεν είναι εκείνο που σας στενοχωρεί; Συνέχισε ύστερα από λίγο. Ο κόσμος έχει αλλάξει καταπληκυικά από τότε που τελείωσε ο πόλεμος. Πάρτε ως παράδειγμα το Τσίπιν Γκλέγκχορν. Μοιάζει καταπληκτικά με το Σαιντ Μαίρη Μηντ, όπου μένω. Πριν από δεκαπέντε χρόνια γνωρίζομαστε όλοι ματαξύ μας, ή αν δεν γνωριζόμαστε, ξέραμε τουλάχιστον από πού κρατά η σκούφια του καθενός. Ήταν άνθρωποι που οι γονείς τους, οι παππούδες τους ή οι θείοι τους έμεναν πάντοτε στο ίδιο χωριό. Αν ερχόταν κάποιος καινούργιος να εγκατασταθεί εκεί, έφερνε μαζί του κάποιο σύνταγμα με κάποιον άλλον. Αν παρουσιαζόταν κανένας πραγματικά καινούργιος, όλο το χωριό δεν έμενε ήσυχο παρά μόνον όταν εξακρίβωνε το παρελθόν του καινουργιοφερμένου.
Κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι της και πρόσθεσε.
- Σήμερα όμως έχει αλλάξει η κατάστασις. Όλα τα μικρά χωριά έχουν γεμίσει από ανθρώπους που πήγαν και εγκαταστάθηκαν σ’ αυτά χωρίς να έχουν κανέναν δεσμό με τα μέρη που διάλεξαν. Όλα τα μεγάλα σπίτια πουλήθηκαν και τα εξοχικά σπίτια έχουν υποστεί τέτοιες μεταβολές που έχουν καταντήσει αγνώριστα. Νέοι άνθρωποι κυκλοφορούν στους δρόμους και το μόνο που ξέρει κανείς γι’ αυτούς είναι εκείνα που σου λεν οι ίδιοι. Έχουν μαζευτεί από όλες τις γωνιές του κόσμου.Κανένας δεν ξέρει ποιος είναι ο γείτονάς του.
Αγκάθα Κρίστι, Πρόσκληση σε φόνο, εκδόσεις Λυχνάρι
Μετάφραση: Αχ. Κυριαζής
Κυριακή 1 Αυγούστου 2010
Η κα. Βαν Ράυντωκ στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη φορώντας μόνο μια ροζ κομπιναιζόν. Το στήθος της διατηρούσε τη φόρμα του, αν και μέσα σε ενισχυμένο σουτιέν. Φορούσε φίνες μεταξωτές κάλτσες και τα πόδια της διατηρούσαν ακόμη αξιοζήλευτες καμπύλες. Το πρόσωπό της από το συνεχές μασάζ και το υπερβολικό μακιγιάζ, φαινόταν από σχετική απόσταση σχεδόν νεανικό. Τα μαλλιά της είχαν μιαν απόχρωση προς το μπλε και διατηρούσαν τη φόρμα που είχαν πάρει με την περμανάντ. Ήταν αδύνατον, όταν την κοιτούσες, να καταλάβεις την πραγματική της ηλικία. Ότι μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα χρήματα, το είχαν κάνει, σε συνδυασμό με το μασάζ, τη δίαιτα και τις γυμανστικές ασκήσεις.
Η Ρουθ κοίταξε τη φίλη της με μάτια που λαμπύριζαν από εξυπνάδα.
-Το πιστεύεις, Τζέην, έκανε, πως πολύς κόσμος μπορεί να μαντέψει ότι εσύ και εγώ έχουμε την ίδια ηλικία;
Η μις Μαρπλ της αποκρίθηκε με την ίδια σαρκαστική διάθεση:
-Α, όχι. Εγώ δείχνω πάντα την πραγματική μου ηλικία.
Η μις Μαρπλ είχε κάτασπρα μαλλιά, ένα απαλότατο ροζ πρόσωπο, με ελαφρές ρυτίδες και λοξά, κινέζικα μάτια. Το χρώμα τους ήταν το χρώμα του αίθριου ουρανού. Ήταν, με άλλα λόγια, ένα γλυκύτατο πλάσμα και κανείς δεν θα μπορούσε να πει το ίδιο και για την κα. Ρουθ Βαν Ράυντωκ.
Αγκάθα Κρίστι, Οι δύο όψεις ενός εγκλήματος, εκδόσεις Λυχνάρι.
Μετάφραση: Τάσος Λαζαρίδης
Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010
Τα απογεύματα, η αγαπημένη συνήθεια της μις Μαρπλ ήταν να διαβάζει τη δεύτερη εφημερίδα της. Κάθε πρωί, στο σπίτι, της έφερναν δύο εφημερίδες. Την πρώτη τη διάβαζε πίνοντας το πρωινό τσάι, αν βέβαια την είχαν φέρει μέχρι τότε. Το αγόρι που μοίραζε τις εφημερίδες στα σπίτια των αναγνωστών δεν φρόντιζε ποτέ να τις πηγαίνει στην ώρα τους. Συχνά μάλιστα έπαιρνε την θέση του ένας καινούργιος ή κάποιος τρίτος, ποτ αναπλήρωνε τον διανομέα τις ημέρες της απουσίας του. Ο καθένας είχε δική του άποψη σχετικά με τη γεωγραφική πορεία που θα ακολουθούσε για τη δουλειά του. Ίσως θα ήταν πολύ κουραστικό το ίδιο δρομολόγιο καθημερινά. Οι αναγνώστες όμως που ήθελαν να έχουν νωρίς το φύλλο στα χέρια τους, ώστε να ρίχνουν μια βιαστική ματιά στα πιο σημαντικά γεγονότα πριν ξεκινήσουν για τη στάση του λεωφορεία ή του τρένου, ή οποιουδήποτε άλλου μεταφορικού μέσου που τους έφερνε στη δουλειά τους, είχαν δίκιο να εκνευρίζονται όταν οι εφημερίδες αργούσαν. Οι ηλικιωμένες κυρίες όμως που περνούσαν ειρηνικά τις μέρες τους στο Σαιντ Μαίρη Μηντ προτιμούσαν συχνά να διαβάζουν την εφημερίδα τους στο πρόγευμα.
Σήμερα η μις Μρπλ είχε ρίξει μια προσεκτική ματιά στην πρώτη σελίδα και σε μερικά σκορπισμένα άρθρα στην εφημερίδα που της είχε δώσει το όνομα «Το καθημερινό λίγο απ’ όλα». Αυτό έκρυβε και μια ελαφρά δόση ειρωνείας γιατί η «Νταίηλυ Νιουσγκίβερ» που είχε την ατυχία να αλλάξει ιδιοκτήτη, γέμιζε τώρα τις σελίδες της, προς μεγάλη αγανάκτηση της μις Μαρπλ και των φίλων της, με ανδρική μόδα, βραδινές κομμώσεις, αισθηματική αλληλογραφία, διαγωνισμούς για παιδιά και συμβουλές σε γράμματα δυστυχισμένων γυναικών. Το αποτέλεσμα ήταν τα σημαντικά νέα να στριμώχνονται μόνο στην πρώτη σελίδα ή αν κάποιο δεν χωρούσε εκεί να χώνεται σε καμιά απίθανη γωνιά ώστε να είναι αδύνατον να το βρει κανείς. Η μις Μαρπλ, που παρέμενε πιστή στην παλιά μόδα, προτιμούσε η εφημερίδα της να είναι εφημερίδα και να την ενημερώνει για τα νέα.
Η μις Μαρπλ διάβασε πρώτα τις σημαντικές ειδήσεις της πρώτης σελίδας. Δεν τους αφιέρωσε πολύ χρόνο γιατί ήταν οι ίδιες με αυτές που είχε διαβάσει το πρωί. Η μόνη διαφορά ήταν στον τρόπο που τις διατύπωνε ο κάθε δημοσιογράφος. Έριξε μια ματιά στον πίνακα των περιεχομένων. Άρθρα, σχόλια, επιστήμη, σπορ. Μετά έκανε την συνηθισμένη της κίνηση. Γύρισε στην τελευταία σελίδα διαβάζοντας βιαστικά τις γεννήσεις, τους γάμους, τους θανάτους, κι ύστερα άνοιξε όπως συνήθως στα νέα των Δικαστηρίων και στις πωλήσεις. Στην ίδια σελίδα υπήρχε συχνά και ένα επιστημονικό άρθρο, αλλά δεν είχε διάθεση να το διαβάσει. Πολύ σπάνια το έκανε.
Αφού είχε τελειώσει τον γρήγορο περίπατό της στις γεννήσεις, τους γάμους και τους θανάτους, η μις Μαρπλ κατέληξε στο καθημερινό, πικρό συμπέρασμά της.
«Είναι πολύ λυπηρό, πράγματι, αλλά σήμερα το μόνο που μπορεί να μ’ ενδιαφέρει είναι οι θάνατοι».
Αγκάθα Κρίστι, Νέμεσις, εκδόσεις Λυχνάρι.
Μετάφραση: Τζένη Τσόχα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











