Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010


Τα απογεύματα, η αγαπημένη συνήθεια της μις Μαρπλ ήταν να διαβάζει τη δεύτερη εφημερίδα της. Κάθε πρωί, στο σπίτι, της έφερναν δύο εφημερίδες. Την πρώτη τη διάβαζε πίνοντας το πρωινό τσάι, αν βέβαια την είχαν φέρει μέχρι τότε. Το αγόρι που μοίραζε τις εφημερίδες στα σπίτια των αναγνωστών δεν φρόντιζε ποτέ να τις πηγαίνει στην ώρα τους. Συχνά μάλιστα έπαιρνε την θέση του ένας καινούργιος ή κάποιος τρίτος, ποτ αναπλήρωνε τον διανομέα τις ημέρες της απουσίας του. Ο καθένας είχε δική του άποψη σχετικά με τη γεωγραφική πορεία που θα ακολουθούσε για τη δουλειά του. Ίσως θα ήταν πολύ κουραστικό το ίδιο δρομολόγιο καθημερινά. Οι αναγνώστες όμως που ήθελαν να έχουν νωρίς το φύλλο στα χέρια τους, ώστε να ρίχνουν μια βιαστική ματιά στα πιο σημαντικά γεγονότα πριν ξεκινήσουν για τη στάση του λεωφορεία ή του τρένου, ή οποιουδήποτε άλλου μεταφορικού μέσου που τους έφερνε στη δουλειά τους, είχαν δίκιο να εκνευρίζονται όταν οι εφημερίδες αργούσαν. Οι ηλικιωμένες κυρίες όμως που περνούσαν ειρηνικά τις μέρες τους στο Σαιντ Μαίρη Μηντ προτιμούσαν συχνά να διαβάζουν την εφημερίδα τους στο πρόγευμα.
Σήμερα η μις Μρπλ είχε ρίξει μια προσεκτική ματιά στην πρώτη σελίδα και σε μερικά σκορπισμένα άρθρα στην εφημερίδα που της είχε δώσει το όνομα «Το καθημερινό λίγο απ’ όλα». Αυτό έκρυβε και μια ελαφρά δόση ειρωνείας γιατί η «Νταίηλυ Νιουσγκίβερ» που είχε την ατυχία να αλλάξει ιδιοκτήτη, γέμιζε τώρα τις σελίδες της, προς μεγάλη αγανάκτηση της μις Μαρπλ και των φίλων της, με ανδρική μόδα, βραδινές κομμώσεις, αισθηματική αλληλογραφία, διαγωνισμούς για παιδιά και συμβουλές σε γράμματα δυστυχισμένων γυναικών. Το αποτέλεσμα ήταν τα σημαντικά νέα να στριμώχνονται μόνο στην πρώτη σελίδα ή αν κάποιο δεν χωρούσε εκεί να χώνεται σε καμιά απίθανη γωνιά ώστε να είναι αδύνατον να το βρει κανείς. Η μις Μαρπλ, που παρέμενε πιστή στην παλιά μόδα, προτιμούσε η εφημερίδα της να είναι εφημερίδα και να την ενημερώνει για τα νέα.
Η μις Μαρπλ διάβασε πρώτα τις σημαντικές ειδήσεις της πρώτης σελίδας. Δεν τους αφιέρωσε πολύ χρόνο γιατί ήταν οι ίδιες με αυτές που είχε διαβάσει το πρωί. Η μόνη διαφορά ήταν στον τρόπο που τις διατύπωνε ο κάθε δημοσιογράφος. Έριξε μια ματιά στον πίνακα των περιεχομένων. Άρθρα, σχόλια, επιστήμη, σπορ. Μετά έκανε την συνηθισμένη της κίνηση. Γύρισε στην τελευταία σελίδα διαβάζοντας βιαστικά τις γεννήσεις, τους γάμους, τους θανάτους, κι ύστερα άνοιξε όπως συνήθως στα νέα των Δικαστηρίων και στις πωλήσεις. Στην ίδια σελίδα υπήρχε συχνά και ένα επιστημονικό άρθρο, αλλά δεν είχε διάθεση να το διαβάσει. Πολύ σπάνια το έκανε.
Αφού είχε τελειώσει τον γρήγορο περίπατό της στις γεννήσεις, τους γάμους και τους θανάτους, η μις Μαρπλ κατέληξε στο καθημερινό, πικρό συμπέρασμά της.
«Είναι πολύ λυπηρό, πράγματι, αλλά σήμερα το μόνο που μπορεί να μ’ ενδιαφέρει είναι οι θάνατοι».

Αγκάθα Κρίστι, Νέμεσις, εκδόσεις Λυχνάρι.
Μετάφραση: Τζένη Τσόχα

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010


Το τηλέφωνο της μις Μαρπλ χτύπησε, καθώς αυτή ντυνόταν το πρωί. Το κουδούνισμα την παραξένεψε λίγο. Ήταν ασυνήθιστη ώρα για να χτυπάει το τηλέφωνο. Τόσο καλά ήταν τακτοποιημένη η ζωή της άγαμης αυτής γυναίκας, που απρόβλεπτα τηλεφωνήματα ήταν πηγή σοβαρής ανησυχίας και σοβαρών σκέψεων:
- Βρε, αδελφέ, έκαμε η μις Μαρπλ, κοιτάζοντας με απορία τη συσκευή του τηλεφώνου. Ποιος μπορεί να είναι τέτοια ώρα;
Από τις εννέα ως τις εννέα και μισή ήταν η αναγνωρισμένη ώρα στο χωριό για τα φιλικά τηλεφωνήματα στους γείτονες. Σχέδια για την ημέρα, προσκλήσεις και τα όμοια γίνονταν κατά το χρονικό εκείνο διάστημα. Ο κρεοπώλης ήταν γνωστό πως τηλεφωνούσε λίγο πριν από τις εννέα αν σημειωνόταν κάποια ανωμαλία στο εμπόριο του κρέατος. Κατά διαλείμματα, στο διάβα της ημέρας, μπορούσαν να γίνουν σπασμωδικά τηλεφωνήματα, αν και περνιόταν για άσχημα έμπνευση αν τηλεφωνούσε κανείς μετά τις εννέα και μισή, τη νύχτα.
Είναι αλήθεια, πως ο ανιψιός της μις Μαρπλ, ένας συγγραφέας, και γι’ αυτό τον λόγο λιγάκι αφηρημένος και απρόσεχτος, τηλεφωνούσε τις πιο απίθανες ώρες. Κάποτε, είχε πάρει τη θεία του δέκα λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα. Όσες, όμως, εκκεντρικότητες και αν είχε ο ιδιόρρυθμος Ραίυμον Γουεστ, το πολύ πρωινό ξύπνημα δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ούτε αυτός ούτε κανείς από τους γνωστούς της μις Μαρπλ ήταν πιθανό να την πάρει στο τηλέφωνο πριν από τις οκτώ το πρωί. Ενώ τώρα ήταν, ακόμα, η ώρα οκτώ παρά τέταρτο. Δηλαδή, πολύ νωρίς ακόμα και για ένα τηλεγράφημα, αφού το ταχυδρομείο δεν άνοιγε πριν από τις οκτώ.
- Ίσως, σκέφθηκε η μις Μαρπλ, κάποιος πήρε λάθος τον αριθμό.
Και με την σκέψη αυτή στο κεφάλι, προχώρησε προς την ανυπόμονη συσκευή και ξεθύμανε λίγο από την οργή της, σφίγγοντας δυνατά το ακουστικό:
- Ναι, έκανε.
- Εσύ ‘σαι, Τζαίην;

Αγκάθα Κρίστι, Ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη, εκδόσεις Λυχνάρι
Μετάφραση: Ανδρέας Παναγιωτόπουλος

Σάββατο 1 Μαΐου 2010


Την άλλη μέρα, κυκλοφόρησε στο χωριό Σαιντ-Μαίρυ-Μηντ η είδηση ότι η Μις Μαρπλ είχε γυρίσει στο σπίτι της. Την είχαν δει στη Χάι Στρητ στις έντεκα το πρωί. Είχε περάσει από το Πρεσβυτέριο στις δώδεκα παρά δέκα. Το ίδιο απόγευμα, τρεις από τις κουτσομπόλες του χωριού πήγαν να της κάνουν επίσκεψη και να μάθουν τις εντυπώσεις της από την εύθυμη πρωτεύουσα και να της πουν τα νέα του χωριού.
Αργότερα, το ίδιο απόγευμα, είδαν τη Μις Μαρπλ, όπως πάντα, στον κήπο της. Μόνο που αυτή τη φορά την απασχολούσαν περισσότερο τα λουλούδια της παρά οι κινήσεις των γειτόνων της. Ήταν αφηρημένη τρώγοντας το λιτό βραδινό της και φαινόταν να μην ακούει αυτά που της έλεγε η νεαρή υπηρέτριά της, η Έβελυν, για τα σούρτα φέρτα στο φαρμακείο. Την άλλη μέρα εξακολουθούσε να είναι αφηρημένη, πράγμα που το πρόσεξαν δυο-τρεις άνθρωποι, ανάμεσά σ’ αυτούς και η γυναίκα του πάστορα. Εκείνο το βράδυ, η Μις Μάρπλ είπε πως δεν ένιωθε καλά και έπεσε στο κρεβάτι. Το άλλο πρωί έστειλε την Έβελυν να καλέσει τον Δόκτορα Χαίηντοκ.
Ο Δόκτωρ Χαίηντοκ ήταν γιατρός, φίλος και σύμμαχος της Μις Μαρπλ από πολλά χρόνια. Άκουσε να του αραδιάζει τα συμπτώματα της αδιαθεσίας της, την εξέτασε και ξανακάθησε στην καρέκλα του, κουνώντας απειλητικά το στηθοσκόπιό του.
«Για μια γυναίκα της ηλικίας σου και παρ’ όλη την απατηλή αδύναμη εμφάνισή σου, βρίσκεσαι σε αξιοθαύμαστα καλή φόρμα»/

Αγκάθα Κρίστι, Ρετρό στην ομίχλη, εκδόσεις Λυχνάρι.
Μετάφραση: Άννα Παπαδημητρίου

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010


Ο Ρέυμοντ Γουεστ φύσηξε ένα σύννεφο γαλάζιου καπνού επανέλαβε τη φράση σαν να του έκανε ευχαρίστηση ο ήχος των λέξεων:
«Άλυτα μυστήρια».
Κοίταξε γύρω του με βλέμμα ικανοποίησης. Το δωμάτιο ήταν ένα από εκείνα τα δωμάτια των παλιών αρχοντικών με τα ψηλά σκαλιστά ταβάνια και τα παλιά όμορφα έπιπλα που του ταίριαζαν τόσο καλά. Γι’ αυτό το ικανοποιημένο βλέμμα του Ρέυμοντ Γουεστ ήταν δικαιολογημένο. Συγγραφέας το επάγγελμα, ήθελε το περιβάλλον του να είναι άψογο. Το σπίτι της Θείας Τζέην ήταν, κατά τις αντιλήψεις του, το πιο ταιριαστό περιβάλλον για την προσωπικότητά της και γι’ αυτό το λόγο, τούδινε πάντα ένα ευχάριστο συναίσθημα. Την κοίταξε για μια στιγμή, όπως καθόταν κοντά στο τζάκι, στητή, στη μεγάλη παλιά πολυθρόνα. Η Μις Μαρπλ φορούσε ένα φόρεμα από μαύρο κεντητό ύφασμα, πολύ σφιχτό στη μέση. Δαντέλες στόλιζαν τον μπούστο γύρω από το λαιμό της. Τα λεπτά της χέρια ήταν ντυμένα με μισά γάντια από μαύρη νταντέλα και μια μαύρη νταντελένια σκούφια σκέπαζε τη μάζα των χιονάτων μαλλιών της, που είχε χτενισμένα ψηλά. Έπλεκε –όπως πάντα- κάτι λευκό και αφράτο. Το βλέμμα των ανοιχτών γαλανών ματιών της, πράο και αγαθό, παρατήρησε τον ανεψιό της και τους καλεσμένους του με ήρεμη ευχαρίστηση. (…) Για ένα λεπτό, η Μις Μαρπλ αφιέρωσε την προσοχή της σ’ αυτούς τους ανθρώπους’ μετά ξαναγύρισε στο πλεχτό της, μ’ ένα ελαφρό χαμόγελο στα χείλη.
[…]
Τα μάτια όλων στράφηκαν στον Σερ Χένρυ.
-Είναι περίεργο, είπε εκείνος, όμως η Μις Μαρπλ μάντεψε την αλήθεια. (…)
Έγινε για λίγο σιωπή κι αμέσως μετά ο Ρέυμοντ είπε:
-Εντάξει, θεία Τζέην. Κέρδισες αυτή τη φορά. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς διάβολο μάντεψες την αλήθεια (…)
-Μα, μικρέ μου, είπε η Μις Μαρπλ, εσύ δεν έχεις την πείρα της ζωής που έχω εγώ. (…)

Αγκάθα Κρίστι, Κάθε Τρίτη κι ένα έγκλημα, εκδόσεις Λυχνάρι.
Μετάφραση: Άννα Παπαδημητρίου

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010


Η μις Μαρπλ και η κυρία Μακιλίκαντι αποτελείωσαν το πρόγευμά τους σιωπηλές, βυθισμένες στις σκέψεις τους.
Μετά έκαναν έναν μικρό περίπατο στον κήπο. Ωστόσο παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της μις Μαρπλ να τραβήξει το ενδιαφέρον της φίλης της στα λουλούδια, δεν κατάφερε να την κάνει να ξεχάσει. Για πρώτη φορά η κυρία Μακιλίκαντι δεν έρχισε να πλαέκει εγκώμια για τις υπέροχες γλάστρες της με το μεθυστικό άρωμα των σπάνιων φυτών της.
-Ο κήπος δεν είναι όπως θα έπρεπε, συνέχισε μηχανικά η μις Μαρπλ, ενώ το μυαλό της ταξίδευε αλλού. Φταίει όμως ο γιατρός Χαίηντοκ που μου έχει απαγορεύσει κατηγορηματικά να στέκομαι ή να γονατίζω. Τι μπορείς να κάνεις σ’ έναν κήπο αν δεν σκύβεις ή δεν γονατίζεις; Υπάρχει, βέβαια, ο μπάρμπα Έντουαρντ αλλά δεν κάνει και πολλά πράγματα. Το μόνο που κάνει είναι να πίνει αμέτρητα φλυτζάνια τσάι και να ποτίζει τα λουλούδια. Όχι πραγματική δουλειά δηλαδή.
-Σωστά, συμφώνησε η κυρία Μακιλίκαντι. Εμένα δεν μου το έχει απαγορεύσει ο γιατρός, αλλά ειδικά μετά το φαί και και κυρίως τώρα που έχω πάρει αρκετά περιττά κιλά –είπε, ρίχνοντας στην σιλουέτα της μια αποδοκιμαστική ματιά- νιώθω κάτι μικρές ενοχλήσεις στην καρδιά!
Μεσολάβησε μια λιγόλεπτη αλλά βαριά σιωπή, κι ύστερα η κυρία Μακιλίκαντι στράφηκε και βύθισε το ανήσυχο βλέμμα της στα μάτια της φίλης της.
-Λοιπόν;
Επρόκειτο για μια μικρή ασήμαντη λέξη, ο τόνος όμως της γυναίκας την έκανε να φαίνεται εξαιρετικά σπουδαία, λες και είχε βάλει μέσα όλα όσα ήθελα να πει. Η μις Μαρπλ ήξερε πολύ καλά τι εννοούσε.

Αγκάθα Κρίστι, Ο φόνος δεν είναι παιχνίδι, εκδόσεις, Λυχνάρι.
Μετάφραση: Τζένη Τσόχα

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010


Η μις Τζέιν Μαρπλ καθόταν μπροστά στο παράθυρό της. Το παράθυρο έβλεπε στον κήπο που κάποτε ήταν γι’ αυτήν πηγή μεγάλης υπερηφάνειας. Όχι όμως και σήμερα. Τώρα τελευταία κοίταζε έξω και νευρίαζε. Εδώ και αρκετό καιρό τής ήταν απαγορευμένο να ασχολείται με την κηπουρική. Δεν έπρεπε να σκύβει, να σκάβει, να φυτεύει’ το πολύ πολύ μπορούσε να κλαδεύει λιγάκι. Ο γέρο-Λαίηκοκ, που ερχόταν τρεις φορές την εβδομάδα, έκανε ασφαλώς ό,τι μπορούσε ο άνθρωπος. Μα το τι μπορούσε (που δεν ήταν αρκετό ποτέ) ήταν σύμφωνα μ’ αυτό που νόμιζε εκείνος σωστό και όχι με τις αντιλήψεις της εργοδότριάς του. Η μις Μαρπλ ήξερε τι ακριβώς ήθελε να γίνεται και πότε το ήθελε, και του έδινε τις σχετικές εντολές. Ο γέρο-Λαίηκοκ τότε έβαζε τα δυνατά του, δείχνοντας το μεγάλο ταλέντο του, που ήταν να συμφωνεί με ενθουσιασμό σε κάθε υπόδειξη μα να αποφεύγει τελικά να την πραγματοποιήσει.
(…)
Καθώς συλλογιζόταν αυτά τα πράγματα η μις Μαρπλ, απέστρεψε τα μάτια της απ’ τον κήπο και αφοσιώθηκε πάλι στο πλέξιμό της.
Έπρεπε να παραδεχτεί πια την πραγματικότητα. Το Σαιντ Μαίρη Μηντ δεν έμοιαζε πια καθόλου με το μέρος που ήταν άλλοτε. Λίγο-πολύ όλα σχεδόν είχαν αλλάξει. Θα μπορούσε κανείς να τα’ αποδώσει αυτό στο πόλεμο (στους δυο πολέμους) ή στη νέα γενιά ή στις γυναίκες που είχαν βγει απ’ τα σπίτια τους για να εργασθούν, ή στην ατομική βόμβα ή απλώς στην Κυβέρνηση- αυτό όμως που αντιλαμβανόταν κανείς ήταν πως περνούσαν τα χρόνια και ολοένα γερνούσε. Η μις Μαρπλ ήταν μια πολύ λογική ηλικιωμένη κυρία και το ήξερε αυτό καλά. Κατά κάποιο παράξενο τρόπο το ένιωθε αυτό ακόμα περισσότερο στο Σαιντ Μαίρη Μηντ, γιατί εκεί έμενε τόσα χρόνια.

Αγκάθα Κρίστι, Διπλό είδωλο στον σπασμένο καθρέφτη, εκδόσεις Λυχνάρι
Μετάφραση: Αχ. Κυριαζής

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010


Είχε αρχίσει πια να σκοτεινιάζει για καλά. Η μις Μαρπλ πήρε το πλεκτό της και κάθισε μπροστά στη μπαλκονόπορτα της βιβλιοθήκης. Σε μια στιγμή, ρίχνοντας μια ματιά απ’ το τζάμι, είδε την Πατ που βημάτιζε πάνω-κάτω, έξω στη βεράντα. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και της φώναξε.
- Ελάτε μέσα, καλή μου. Έχει πολύ κρύο και υγρασία για να είστε έξω χωρίς παλτό.
Η Πατ δεν έφερε αντίρρηση και μπήκε στη βιβλιοθήκη, όπου άναψε δύο λάμπες.
- Ναι, έχετε δίκιο, δεν είναι πολύ καλό απόγευμα.
Κάθισε δίπλα στη μις Μαρπλ και τη ρώτησε τι ήταν αυτό που έπλεκε.
- Α, μια ζακετούλα για μβρό, είπε η μις Μαρπλ. Νομίζω ότι ποτέ δεν είναι αρκετές οι ζακετούλες. Είναι νούμερο δύο. Πάντα πλέκω αυτό το μέγεθος. Τα μωρά μεγαλώνουν πολύ γρήγορα.
Η Πατ άπλωσε τα πόδια της προς το τζάκι.
- Τι ωραία που είναι εδώ μέσα σήμερα, κοντά στη φωτιά, με εσάς που πλέκετε για μωρά. Όλα μοιάζουν αναπαυτικά και οικεία, όπως θα έπρεπε να είναι η Αγγλία.
- Μα έτσι είναι η Αγγλία, έκανε η μις Μαρπλ.

Αγκάθα Κρίστι, Ένα άλλοθι για τρία εγκλήματα, εκδόσεις Λυχνάρι.
Μετάφραση: Λουκάς Λορδάνος

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Image Hosted by ImageShack.us

Angela Lansbury takes over the legacy of Margaret Rutherford as Agatha Christie's dogged sleuth Miss Marple in The Mirror Crack'd(1980). The story takes place on a film set in a small British town in the 1950s. Elizabeth Taylor plays a washed-up actress trying to make a comeback but is plagued by a mysterious incident from her past. Unfortunately for her mental state, a collection of murders jar the quiet village where the movie is being made. Miss Marple arrives on the scene with her nephew, Inspector Craddock (Edward Fox), to investigate. In addition to Taylor, an assortment of other movie stars grace the roster of suspects, including Rock Hudson, Kim Novak, and Tony Curtis.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009





Dame Margaret Rutherford, DBE (11 May 1892 – 22 May 1972) was an English character actress, who first came to prominence following World War II in the film adaptations of Noel Coward's Blithe Spirit, and Oscar Wilde's The Importance of Being Earnest. She is best-known for her 1960s performances as Miss Marple in four films loosely based on Agatha Christie's novels.
Born in the (then) Surrey town of Balham, she was the only child of Mr and Mrs William Rutherford Benn (William Rutherford). Her father suffered from mental illness for many years, and on 4 March 1883, he battered his father to death.
As an infant, Rutherford was taken to India, but was returned to Britain when she was three to live with her aunt, Bessie Nicholson, when her mother died. She was educated at the independent Wimbledon High School and at RADA.
Having worked as a teacher of elocution, she went into acting later in life - making her stage debut at the Old Vic in 1925 at the age of thirty-three. Her physical appearance was such that romantic heroines were almost out of the question, and she soon established her name in comedy, appearing in many of the most successful British films of the mid-20th century. "I never intended to play for laughs. I am always surprised that the audience thinks me funny at all," Rutherford wrote in her autobiography. In most of these films, she had originally played the role on stage. She married the actor Stringer Davis in 1945. They often appeared together in films.
In the 1950s, Rutherford and Davis adopted the writer Gordon Langley Hall, then in his twenties. Hall later had gender reassignment surgery and became Dawn Langley Simmons, under which name she wrote a biography of Rutherford in 1983.
In 1957, Rutherford appeared as Cynthia Gordon in the episode "The Kissing Bandit" of the American sitcom filmed in England, Dick and the Duchess, starring Patrick O'Neal and Hazel Court. In 1961, Rutherford first played the film role with which she was most often associated in later life, that of Miss Marple in a series of four films loosely based on the novels of Agatha Christie. Rutherford, then 70 years old, insisted on wearing her own clothes for the part and having her husband appear alongside her.
In 1964, George Harrison, when asked who his favourite girl film star was by Cathy McGowan on Ready Steady Go!, replied, "Margaret Rutherford".
Rutherford won an Academy Award for Best Supporting Actress and a Golden Globe for The V.I.P.s (1963), as the absent-minded Duchess of Brighton, opposite Elizabeth Taylor and Richard Burton. She also played Mistress Quickly in Orson Welles' Chimes at Midnight in 1966.
She was created an Officer of the Order of the British Empire (OBE) in 1961, and raised to Dame Commander (DBE) in 1967.
She suffered from Alzheimer's disease at the end of her life. Sir John Gielgud wrote: "Her last appearance at the Haymarket Theatre with Sir Ralph Richardson in The Rivals, an engagement which she was finally obliged to give up after a few weeks, was a most poignant struggle against her obviously failing powers."
Dame Margaret Rutherford is buried along with her husband, Stringer Davis, who died in August 1973, in the graveyard of St. James Church, Gerrards Cross, Buckinghamshire, England.
Rutherford was a cousin of the left-wing Labour politician Tony Benn.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009


In this virtual movie the crime writer Agatha Christie (1890 - 1976) discusses her two best loved detective characters Miss Maple & Hercule Poirot. The sound recording comes from recently discovered audio tapes she dictated whilst writing her biography in the mid 1960's.
Agatha Christie's first novel The Mysterious Affair at Styles was published in 1920 and introduced the long-running character detective Hercule Poirot, who appeared in 33 of Christie's novels and 54 short stories.. Her other well known character, Miss Marple, was introduced in The Tuesday Night Club in 1927 (short story), and was based on women like Christie's grandmother and her "cronies".
Recordings made almost half a century ago have offered a rare insight into one of the most mysterious of mystery writers.
Agatha Christie, who was born in 1890, dictated the tapes on a Grundig Memorette machine in the mid-1960s to help write her autobiography. They lay unnoticed in Christies Devon home until her grandson Matthew Prichard stumbled upon the 27 half-hour tapes in a cardboard box.
The autobiography was published posthumously in 1977 but the recordings of Christies distinctive voice reveal greater detail of her literary life than the book divulged.
Christie admitted that she had never planned for Miss Marple to become one of her great characters.
I have now no recollection at all of writing Murder in the Vicarage, she said. I dont even remember why it was that I selected a new character, Miss Marple, to act as a sleuth in the case. Certainly, at the time I had no intension of continuing her for the rest of my natural life.
I didn’t know then that she would become a rival to Hercule Poirot. People never stop writing me nowadays to suggest that Miss Marple and Hercule Poirot should meet but why should they meet? I’m sure they would not like meeting at all.
Hercule Poirot, a complete egoist, would not like being taught his business or having suggestions made to him by an elderly spinster lady.
Only one or two recordings of her voice were previously known to exist, including a 1955 interview for the BBC and a 1974 recording for the Imperial War Museum sound archive in which she recounts her experiences in World War I.
The tapes, however, give no insight into one of the most intriguing parts of her life. In 1926 she disappeared, disguising herself as Mrs. Neele, the name of her husband’s mistress, and spending 12 days in Yorkshire while police hunted for her fearing the worst.
While the media embarked on their own nationwide search Christie was secretly performing with a dance band in her Harrogate hotel.
There are some insights into her family life in the tapes and she explains that Miss Maple shared many characteristics with her own grandmother.
Christie said of her grandmother: "Although a completely cheerful person, she always expected the worst of anyone and everything. And with almost frightening accuracy [she was] usually proved right."
Her grandmother would say "I shouldn't be surprised if so-and-so was going on," Christie said. "And although with no grounds for these assertions, that was exactly what was going on."
Christie wrote 80 detective novels mostly featuring Poirot or Marple and it has been suggested that only the Bible and Shakespeare’s canon have outsold an estimated 4 billion copies of her books.
Her play The Mousetrap holds the record for the longest opening run in the world; it began at the Ambassadors Theatre in London on 25 November 1952 and after 23,000 performances is still on in the West End.
Agatha Mary Clarissa, Lady Mallowan, DBE (née Miller; 15 September 1890 - 12 January 1976), commonly known as Agatha Christie was born in Torquay, Devon, England. She was an English crime writer of novels, short stories and plays. She also wrote romances under the name Mary Westmacott, but is best remembered for her 80 detective novels and her successful West End theatre plays. Her works, particularly featuring detectives Hercule Poirot or Miss Jane Marple, have given her the title the 'Queen of Crime' and made her one of the most important and innovative writers in the development of the genre. (Jim Clark)

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009


Ρετρό στην ομίχλη [Sleeping Murder (written around 1940, published 1976)]
Η Γκουέντα Ρηντ, μια νεαρή νιόπαντρη από τη Νέα Ζηλανδία, φτάνει γεμάτη ενθουσιασμό και σχέδια στην Αγγλία, που την επισκέπτεται για πρώτη φορά στη ζωή της. Σκοπός του ταξιδιού της είναι να βρει κατάλληλο σπίτι για να εγκατασταθεί μόνιμα με τον άντρα της. Στη μικρή επαρχιακή πόλη Ντίλμαουθ, επισκέπτεται μια όμορφη μικρή βίλα Βικτοριανού στυλ, που της φαίνεται παράξενα γνώριμη. Την αγοράζει και στη διάρκεια μερικών μικροεπισκευών, ανακαλύπτει πράγματα που δεν ήταν φυσικό να γνωρίζει μα που όμως τα γνώριζε. Όπως μια πόρτα που κάποιος την είχε χτίσει, μια κλειδωμένη ντουλάπα κι ακόμα το πτώμα μιας ξανθιάς νέας γυναίκας στη μέση του χολ. Όλα αυτά κάνουν τη Γκουέντα ν' αμφιβάλλει για την ίδια της τη διανοητική κατάσταση και να σκέφτεται σοβαρά μήπως θα έπρεπε να μπει σε κλινική ψυχοπαθών. Όμως, την κρίσιμη στιγμή που θα πάρει τη μοιραία απόφαση, εμφανίζεται -πραγματικά "από μηχανής θεός"- η μις Μαρπλ, για να δώσει εξήγηση στ' ανεξήγητα και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

Σκοτεινές υποθέσεις [Miss Marple's Final Cases (written between 1939 and 1954, published 1979)]

Η Μις Μαρπλ, ο Πουαρό και οι άλλοι
Περίφημο κοκτέιλ... Μια μικρή δόση Πουαρό, μερικές σταγόνες Μις Μαρπλ, μισό ποτηράκι κ. Πάιν και μια λεπτή φλούδα κ. Κουιν... Οι σταρ του εγκλήματος δίνουν ένα εκπληκτικό ρεσιτάλ, εξιχνιάζοντας με αριστοτεχνική μαεστρία μια σειρά από μυστηριώδεις υποθέσεις. Κι όλα αυτά κάτω από την καθοδήγηση της βασίλισσας του εγκλήματος, της μοναδικής στο είδος της Αγκαθα Κρίστι. Πρώτα το έγκλημα στη βιβλιοθήκη μ’ ένα μπρούντζινο αγαλματάκι-μια Αφροδίτη παρακαλώ! Έπειτα κάποιες κλοπές κοσμημάτων-φυσικά ανεκτίμητης αξίας-στους κύκλους της αριστοκρατίας. Και θα ήταν ασυγχώρητη παράλειψη να μην αναφέρουμε-η ευχαρίστηση σπανίζει στις μέρες μας-ένα μεγαλοφυές έγκλημα, εντελώς ανεξήγητο, σ’ ένα κλειστό δωμάτιο... Πραγματικά περίφημο κοκτέιλ......

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009


Το σπίτι με τους ιβίσκους [A Caribbean Mystery (1964)]
Αυτό το ταξίδι στην Καραϊβική, η Μις Μαρπλ, σίγουρα το χρωστούσε σ' αυτήν την καταραμένη πνευμονία που είχε αρπάξει τον περασμένο χειμώνα και στη γενναιοδωρία του καλού της ανιψιού Ρέυμοντ.
Όταν ο ταγματάρχης Πάλγκρεηβ, αδιόρθωτα φλύαρος, άρχισε να διηγείται στη μις Μάρπλ εκείνη την παράξενη ιστορία με τους γιατρούς και θέλησε, επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς του, να της δείξει ένα «ενσταντανέ» με μια κάπως φλου μορφή πλάι στους ιβίσκους, κάτι τον ανάγκασε να διακόψει. «Μεγάλη ατυχία», θα συλλογιζόταν η μις Μαρπλ, όταν ο ταγματάρχης θα έπαιρνε το μυστικό στον τάφο του.

Ξενοδοχείο Μπέρτραμ [At Bertram's Hotel (1965)]
Σε μικρή απόσταση απ’ το Χάυντ Παρκ, στην καρδιά του Ουέστ Εντ, υπάρχει ένα παλαιό ξενοδοχείο, το Μπέρτραμ. Παρά τις ανακαινίσεις και τις προσθήκες σύγχρονων ανέσεων, ο χρόνος δε δείχνει να έχει αγγίξει το μεγαλειώδες αυτό απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Εκεί η μις Μαρπλ, θα είχε το ξεχωριστό προνόμιο, να περάσει λίγες μέρες ξενοιασιάς, μέσα στη χλιδή και τις ανέσεις, καθώς η διαμονή ήταν δώρο του ανιψιού της συγγραφέα Ραίημοντ Γουέστ. Θα της δοθεί η ευκαιρία να κάνει τα ψώνια της στο Λονδίνο, αλλά και να αναμιχθεί σε μια σκοτεινή υπόθεση, στα ίχνη της οποίας βρίσκεται ήδη η Σκότλαντ Γυαρντ. Η υπόθεση παίρνει περίεργη καμπή, όταν δολοφονείται ο μυστηριώδης Ιρλανδός πορτιέρης του ξενοδοχείου. Η σφαίρα που τον σκότωσε προοριζόταν, απ’ ότι φαίνεται, για την Ελβίρα Μπλέικ, κόρη της διάσημης και εκκεντρικής λαίδης Σέτζγουικ, που διαμένει επίσης στο ξενοδοχείο. Το μεγαλύτερο μυστήριο, όμως, βρίσκεται σ' έναν ηλικιωμένο και ιδιαίτερα αφηρημένο κληρικό, τον εφημέριο Πένυφάδερ, που εξαφανίζεται κάποια στιγμή απ' το ξενοδοχείο, για να βρεθεί κάπου στην εξοχή, άγνωστο πώς!

Νέμεσις [Nemesis (1971)]
Η μις Μάρπλ δεν φανταζόταν ποτέ πως θα έπαιρνε ένα τέτοιο γράμμα από τον κ. Ραφάιελ, που μόλις πριν μια εβδομάδα είχε διαβάσει την νεκρολογία του στην εφημερίδα. Στην αρχή, αυτό το όνομα, της φάνηκε κάπως αόριστα γνωστό, μα ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν μέσα στο μυαλό της. Ήταν σ' εκείνη την αλησμόνητη κρουαζιέρα στην Καραϊβική, που τον είχε γνωρίσει. Και τώρα ερχόταν αυτό το γράμμα να ταράξει τη μονοτονία της ζωής της, όπου ο κ. Ραφάιελ, το ίδιο εκκεντρικός πάντα όπως όλοι οι εκατομμυριούχοι, είχε να της προτείνει ένα διασκεδαστικό παιχνίδι όπου η επιτυχία εξαρτάται απ' την πνευματικότητα και την ευφυΐα του συμπαίκτη και η λύση του προϋποθέτει μιαν αποκάλυψη συγκλονιστική. [...]