Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013


Agatha Christie: 9… ενοχοποιητικά στοιχεία για τη βασίλισσα των αστυνομικών
Δημήτρης Μαστρογιαννίτης (athensvoice.gr, 2-3-2012)
Ψάξαμε και ανακαλύψαμε επεισόδια από τη ζωή της, που ίσως βοήθησαν να γίνει η καλύτερη συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων.
Στοιχείο  Ι
Ο πατέρας της Αγκάθα, ένας γοητευτικός δανδής, Αμερικανός στην καταγωγή, κατασπατάλησε την περιουσία της οικογένειας. Έτσι το 1901 η ενδεκάχρονη Αγκάθα Μέι Κλαρίσα Μίλερ βρέθηκε ορφανή, φτωχή και υπό την προστασία μιας μάνας καταθλιπτικής, αλλά υπερβολικά κτητικής, που πίεζε την κόρη της να γράφει ποιήματα και ιστορίες προκειμένου να ξεπεράσει την έμφυτη ντροπαλοσύνη της. Λίγα χρόνια μετά, θα ματαιωθούν και τα όνειρά της να γίνει τραγουδίστρια της όπερας από τους καθηγητές της στο ωδείο. Τα διαταραγμένα παιδικά χρόνια πάντοτε προκαλούν ιδιαίτερη άσκηση της νοσηρής φαντασίας.
Στοιχείο ΙΙ
Ήταν καλοκαίρι και η κυρία Μίλερ με τα τρία παιδιά της παραθέριζε στη Γαλλία. Ένας ξεναγός καρφίτσωσε στο καπέλο της μια όμορφη πεταλούδα, η οποία δεν σταμάτησε να χτυπάει απελπισμένα τα φτερά της, καθ’ όλη τη διάρκεια του περιπάτου της, μέχρι να ξεψυχήσει. Η Αγκάθα τρόμαξε πολύ, όμως δεν έκλαψε, παρά ανέφερε το συμβάν στην αυτοβιογραφία της, πολλά χρόνια μετά, ως ένα από τα κυριότερα επεισόδια που σημάδεψαν την παιδική ηλικία της. Η Αγκάθα Μίλερ σε τρυφερή ηλικία γνώρισε την ηδονή της συνέργιας σ’ ένα «έγκλημα».
Στοιχείο ΙΙΙ
Κατά τη διάρκεια του πολέμου η Αγκάθα κατετάγη ως εθελόντρια νοσοκόμα. Στα φαρμακεία των νοσοκομείων έμαθε τα πάντα γύρω από τα δηλητήρια και τα φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν μόνιμες βλάβες.
Στοιχείο ΙV
Στα είκοσι τέσσερα χρόνια της παντρεύτηκε τον όμορφο Άρτσιμπαλντ Κρίστι, έναν πιλότο της αεροπορίας, που δεν διακρινόταν για την ευφυΐα του, αλλά που της έδωσε τη μονάκριβη κόρη της, Ρόζαλιντ. Μαζί του θέλησε να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο. Όμως, ο Άρτσιμπαλντ, μετά τα πρώτα όμορφα έγγαμα χρόνια, προτίμησε τις παρτίδες γκολφ και το κυριότερο την αγκαλιά της Νάνσι Νιλ από την αγκαλιά της συζύγου του, η οποία είχε αρχίσει να ξεχειλώνει από το βάρος. Η Αγκάθα Κρίστι κατάλαβε τι σημαίνει ζήλια και απόρριψη, δύο ψυχολογικές καταστάσεις που δικαιολογούν ένα… φόνο.
Στοιχείο V
O Άρτσιμπαλντ ζήτησε διαζύγιο λίγες μόνο ημέρες μετά το θάνατο της αγαπημένης μητέρας της Αγκάθα, Κλάρα. Η Αγκάθα αντέδρασε με μια εξαφάνιση, η οποία δεν λύθηκε μέχρι σήμερα, σαράντα χρόνια μετά το θάνατό της. Στις 3 Δεκεμβρίου 1926 εξαφανίστηκε με το διθέσιο αυτοκίνητό της, το οποίο βρέθηκε άδειο ένα χιλιόμετρο μακριά από το σπίτι της. Για έντεκα ημέρες οι εφημερίδες και το ραδιόφωνο βοούσαν. Στις 14 Δεκεμβρίου ο ρεσεψιονίστ του Hydropathic Hotel Harrotage τηλεφώνησε στην αστυνομία πώς μια κυρία που μοιάζει με την εξαφανισμένη πίνει τον καφέ της στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Όταν ο Άρτσιμπαλντ Κρίστι εμφανίστηκε μπροστά της, η σύζυγός του του έδωσε το χέρι της και συστήθηκε: «Καλησπέρα σας, ονομάζομαι Τερέζα Νιλ!» Κανείς δεν πίστεψε την εξήγηση της οικογένειας, ότι η Αγκάθα Κρίστι έπαθε μερική αμνησία. Ήταν και το επώνυμο της ερωμένης του άνδρα της που υιοθέτησε για να «κρυφτεί», γεγονός που έκανε γνωστή την απιστία του σε όλη την Αγγλία. Η Αγκάθα Κρίστι ήξερε συνειδητά ή ασυνείδητα να εκδικείται.
Στοιχείο VI
Έγραψε έξι αισθηματικού περιεχομένου βιβλία, τα υπέγραψε με το ψευδώνυμο Μαίρη Γουεστμάκοτ, τα οποία στο μέλλον θα κρίνει ως τα καλύτερα της συγγραφικής της καριέρας. Στο βιβλίο της «Absent in the spring» διηγείται την κρίση μιας συμβιβασμένης και φαινομενικά ευτυχισμένης αστής που συνειδητοποιεί ότι δεν θέλει να ζήσει με αυτόν τον τρόπο τη ζωή της. Η Αγκάθα Κρίστι έκρυβε πίσω από το συντηρητικό στιλ της μια γυναίκα διαθέσιμη για τα πάντα και κυρίως με μεγάλη θέληση για ζωή. Πρόκειται για μια πλευρά του χαρακτήρα της που θα την αποκάλυπτε σύντομα.
Στοιχείο VII
Η χωρισμένη Αγκάθα Κρίστι γνώρισε τον κατά δεκαπέντε χρόνια νεότερό της αρχαιολόγο Μαξ Μαλόουν, σε μια ανασκαφή. Παντρεύτηκαν το 1930 και η σαρανταπεντάχρονη Αγκάθα ένιωσε για πρώτη φορά ευτυχισμένη, αφού μαζί με το νέο σύζυγό της μπόρεσε να ταξιδέψει μέχρι την άκρη του κόσμου και να χρησιμοποιήσει τα ταξίδια της στα διάσημα μυθιστορήματά της «Έγκλημα στο Νείλο» και «Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές». Το μόνο αγκάθι αυτής της περιόδου είναι η άρνηση της βασιλικής αυλής να της επιστρέψει να συνοδεύσει την κόρη της στο χορό των ντεμπιντάτ. Η ζωή της Αγκάθα στα μάτια της τότε συντηρητικής κοινωνίας έμοιαζε κολασμένη και αξιοκατάκριτη, ασχέτως αν στη συνέχεια την αναγνώριση και τη δημοσιότητα. Η Αγκάθα Κρίστι σκέφτηκε να γράψει ένα βιβλίο με δολοφονίες μανάδων που συνοδεύουν τις κόρες τους σε χορούς.
Στοιχείο VIII
Μπορεί να έγραψε 79 αστυνομικά μυθιστορήματα, 19 θεατρικά έργα και 6 νουβέλες με ψευδώνυμο, ωστόσο οι γνώμες διίστανται για το μέγεθος της διανοητικής της ικανότητας. Άλλοι συμφωνούν ότι επρόκειτο για μια γυναίκα διανοούμενη που μιλούσε για τις θεωρίες του Βίντγκενσταϊν και του Φρόιντ και άλλοι ότι επρόκειτο απλώς για μια πανούργα γυναίκα. Η Αγκάθα Κρίστι έκρυβε μέσα της τον ήρωα του καλύτερου βιβλίου της «Ο θάνατος του Ρότζερ Ακρόιντ». Καταλάβαμε ποιος είναι στην πραγματικότητα μόλις τρεις σελίδες πριν από το τέλος.
Στοιχείο ΙX
Φοβόταν τα γεράματα. Φοβόταν ότι θα τρέλαινε με τις ιδιοτροπίες της τη νοσοκόμα που θα την κούραρε, η οποία στο τέλος θ’ αναγκαζόταν να τη δηλητηριάσει αργά, με ένα μεθοδικό τρόπο, εμπνευσμένο από τα μυθιστορήματά της. Γι’ αυτό όταν άρχισε να χάνει τα λογικά της, λίγο προτού πεθάνει στα ογδόντα πέντε χρόνια της, αρνήθηκε τη βοήθειά της οποιασδήποτε νοσοκόμας, υποχρεώνοντας τον άντρα της Μαξ να την προσέχει μην κάνει καμία ανοησία με το ψαλίδι που χρησιμοποιούσε για να κόβει μόνη της τούφες από τα μαλλιά της. Η Αγκάθα Κρίστι μέχρι το τέλος της ζωής της έπαιζε με την ιδέα του φόνου.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013


Άγκαθα Κρίστι, η κατάσκοπος
Η MI5 τη θεωρούσε ύποπτη
Κωνσταντίνος Τζήκας (athensvoice.gr, 12-2-2013)
Πάντα μας συναρπάζουν οι ανεκδοτολογικές ιστορίες που αφορούν σε διάσημα, ιστορικά πρόσωπα. Και άλλη μία ήρθε στο φως: μία που έχει να κάνει με την πιθανή κατασκοπική δράση της βασίλισσας του αστυνομικού μυθιστορήματος, της Άγκαθα Κρίστι.
Σύμφωνα λοιπόν με πρόσφατα άρθρα του βρετανικού Τύπου, η ΜΙ5 –υπηρεσία πληροφοριών της Μεγάλης Βρετανίας– είχε διερευνήσει διεξοδικά τις κινήσεις της δημοφιλούς συγγραφέως κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διότι την υποψιαζόταν για αντικατασκοπεία.
Αιτία ήταν το όνομα ενός χαρακτήρα της, του Ταγματάρχη Bletchey, στο –κατασκοπικού περιεχομένου– μυθιστόρημά της «N or M?» (1941). Στο βιβλίο της Κρίστι, ο Bletchey παρουσιάζεται σαν απόστρατος αξιωματικός του στρατού που ισχυρίζεται πως γνωρίζει μερικά από τα πιο απόρρητα μυστικά της βρετανικής κυβέρνησης. Οι δε κεντρικοί ήρωες του βιβλίου, ο Τόμι και η Τούπενς, αποπειρώνται να ξεσκεπάσουν δύο χιτλερικούς κατασκόπους που δρουν στην Αγγλία με τα ψευδώνυμα «Ν» και «Μ».
Ήταν ακριβώς η – τυχαία; - συνωνυμία του χαρακτήρα Bletchey με την έπαυλη Bletchey Park στη μικρή πόλη Bletchey, στο Buckinghamshire της Αγγλίας που κινητοποίησε την ΜΙ5. Το Bletchey Park αποτελούσε το κατεξοχήν μυστικό κέντρο αποκρυπτογράφησης της Βρετανίας την εποχή εκείνη (σήμερα μάλιστα είναι επισκέψιμος χώρος για το κοινό). Ο ρόλος του κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν ζωτικής σημασίας: οι κρυπτογράφοι που εργάζονταν σε αυτό κατάφεραν να σπάσουν τον γερμανικό κρυπτογραφικό κωδικό Αίνιγμα, με τον οποίο ο Τσόρτσιλ και το επιτελείο του μπορούσαν να μαθαίνουν της κινήσεις του Γ΄ Ράιχ. Χάρη στις επιτυχίες του Bletchey Park μπόρεσαν οι σύμμαχοι να οδηγηθούν το 1944 στην Απόβαση της Νορμανδίας.
Η κυκλοφορία του βιβλίου της Κρίστι όμως, μεσούντος του πολέμου, έσπειρε τον πανικό στην MI5: μήπως η Κρίστι είχε γνώση της απόρρητης λειτουργίας του κέντρου; Πόσοι άλλοι γνώριζαν το μυστικό; Μήπως αυτή η πιθανή διαρροή πληροφοριών σήμαινε πως και ο Άξονας είχε ανακαλύψει τη σημασία του Bletchey Park;
Η ΜΙ5 υποψιάστηκε μάλιστα ως καταρχήν υπεύθυνο για τη διαρροή τον κρυπτογράφο Άλφρεντ «Ντίλι» Νοξ, ο οποίος εργαζόταν στο Bletchey Park και ήταν στενός φίλος της Κρίστι. Μήπως ο Νοξ της είχε εκμυστηρευθεί απόρρητες πληροφορίες και το βάφτισμα ενός χαρακτήρα της με το όνομα του κέντρου αποκρυπτογράφησης ήταν ένα κλείσιμο του ματιού της Κρίστι προς την υπηρεσία;
Προκειμένου να ξεκαθαρίσει τη θέση του ο Νοξ κάλεσε την καλή του φίλη για τσάι και τελικώς της ζήτησε διευκρινίσεις για το πώς εμπνεύστηκε το όνομα «Bletchey». Οπότε και η συγγραφέας ισχυρίστηκε πως το τρένο που τη μετέφερε από την Οξφόρδη στο Λονδίνο είχε σταματήσει στην πόλη Bletchey λόγω βλάβης. Η δυσάρεστη εμπειρία έμεινε χαραγμένη στο μυαλό της και αποφάσισε να βαφτίσει τον αντιπαθητικό χαρακτήρα του Ταγματάρχη στο «N or M?» με το όνομα της περιοχής.
Τέλος καλό, όλα καλά. Η ΜΙ5 ανακουφίστηκε. Πάντως δεν ήταν η μόνη φορά που η Κρίστι μπλέχτηκε σε περίεργες καταστάσεις. Αίσθηση είχε αφήσει και η ανεξιχνίαστη εξαφάνισή της για έντεκα μέρες το 1926.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

-Τι ετοιμάζετε;
-Πουτίγκα Γιορκσάιρ.
-Πουτίγκα Γιορκσάιρ! Τι μου λέτε! Και από εκείνο το θεσπέσιο ροσμπίφ της παλιάς Αγγλίας θα φάμε σήμερα;
-Ασφαλώς.
-Υποπτεύομαι μάλιστα πως θα έχει μεγάλη επιτυχία. Μυρίζει υπέροχα!
Ο ΦΟΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Ανν Μαρτινετί - Φρανσουά Ριβιέρ: Σασπένς Καραμελέ (Ηλέκτρα, 2005)

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Η Μαίρη γύρισε, άναψε το φως, προχώρησε προς το παράθυρο, τράβηξε τις κουρτίνες, και μόνοτότε παρατήρησε το πρόσωπο της Άντελ Φόρτεσκιου’ ένα πρόσωπομελανό, μεμάτια γουρλωμένα και μισάνοιχτο, στραβωμένο στόμα. Δίπλα της βρισκόταν μια μισοφαγωμένη φρυγανιά αλειμμένη με μαρμελάδα βερίκοκο κι ένα μισογεμάτο φλιτζάνι. Ο θάνατος την είχε βρει πριν τελειώσει το τσάι της.
ΕΝΑ ΑΛΛΟΘΙ ΓΙΑ ΤΡΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ



ΣΚΟΟΥΝΣ
Προτού ξεκινήσετε την Παρασκευή, προθερμαίνετε τον φούρνο στους 240ο C και λειώνετε το βούτυρο. Μέσα σε μια γαβάθα ανακατεύετε καλά το αλεύρι, τη μαγιά και το αλάτι. Προσθέτετε το λειωμένο βούτυρο, το γάλα, τη ζάχαρη και τα αυγά, ανακατεύοντας προσεκτικά καθώς προσθέτετε ένα ένα τα υλικά. Αν έχετε χρόνο, μπορείτε να διαχωρίσετε τους κρόκους από τα ασπράδια και να χτυπήσετε τα ασπράδια μαρέγκα προτού τα προσθέσετε στη ζύμη, ώστε το μείγμα σας να γίνει πιο αφρώδες. Ωστόσο, αυτό δεν είναι απαραίτητο.
Πλάθετε τη ζύμη, την αφήνετε να «ξεκουραστεί» όσο αλείφετε τις φόρμες με βούτυρο και τις πασπαλίζετε με αλεύρι. Γεμίζετε τα ¾ από κάθε φόρμα και τις τοποθετείτε στο ταψί του φούρνου.
Ψήνετε για 20 λεπτά περίπου, μειώνοντας τη θερμοκρασία στους 200ο C στα μέσα του ψησίματος, μόλις διαπιστώσετε ότι τα σκόουνς έχουν φουσκώσει.
Τα αφήνετε να κρυώσουν πάνω στη σχάρα προτού να τα βγάλετε από τις φόρμες. Τα σερβίρετε χλιαρά και τα συνοδεύετε με σαντιγύ και ζελέ φραγκοστάφυλο (ή με κρέμα του Ντέβον, αν είχατε την τύχη να βρεθείτε πρόσφατα στα πάτρια εδάφη της μις Κρίστι).

Ανν Μαρτινετί - Φρανσουά Ριβιέρ: Σασπένς Καραμελέ (Ηλέκτρα, 2005)

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012



Για τσάι στης Μις Μαρπλ
Το απογευματινό τσάι είναι η κατεξοχήν αγγλική τελετουργική συνήθεια, αλλά και μια παράδοση που, στην Αγγλία του σήμερα, τείνει να εκλείψει. Το τσάι ως ρόφημα πρέπει σαφέστατα να διακρίνεται από το ελαφρύ γεύμα –«high tea» ή «meat tea»- που συνοδεύει το τσάι αυτό καθαυτό και που αρχικά ονομαζόταν «afternoon tea», επειδή λαμβανόταν γύρω στις πέντε το απόγευμα, εξού και το περίφημο «five o’ clock tea», με ένα φλυτζάνι παχύρρευστη σοκολάτα ανά χείρας. Λέγεται ότι αυτή που καθιέρωσε την ώρα και το περιεχόμενο του «five o’ clock tea» ήταν η Άννα, σύζυγος του δούκα του Μπέντεφορντ, καθώς τη συγκεκριμένη ώρα της ημέρας αισθανόταν «μια αδυναμία». Τον 190 αιώνα, οι Άγγλοι έπαιρναν πλουσιοπάροχο πρωινό με κρέατα και αυγά, το μεσημέρι έτρωγαν στο πόδι και το βράδυ δεν δειπνούσαν πριν από τις οκτώ. Συνεπώς, το μικρό κενό στο στομάχι που αισθανόταν η δούκισσα του Μπέντφορντ ήταν απόλυτα φυσιολογικό.
Όσο για τη «δούκισσα του θανάτου», εν προκειμένω, στα μυθιστορήματά της η τελετουργία του τσαγιού έχει ήδη χάσει κάτι από την παλιά της αίγλη. Στο περιθώριο μιας από τις έρευνές της (στο Διπλό είδωλο στον σπασμένο καθρέφτη), η Μις Μαρπλ προτείνει στον Ντέρμοτ Κράντοκ: «Αν έχετε χρόνο, ελάτε να πάρουμεμαζί το τσάι μας μια από αυτές τις μέρες… αν πίνεται τσάι ακόμη. Ξέρω ότι πολλοί νέοι σήμερα θεωρούν το “afternoon tea” κάτι ξεπερασμένο…» […]
Μακριά από το νησί τους, οι Άγγλοι είναι αμείλικτοι όσο αφορά στην ποιότητα του αναζωογονητικού αφεψήματος. Σύμφωνα με την Άγκνες Ρέπλιερ, συγγραφέα του αξεπέραστου To think of tea! «το γεγονός ότι το αγγλικό τσάι κατάφερε να επιζήσει στην αρχή της ύπαρξής του είναι ένα από αυτά τα θαύματα που κατά καιρούς αποκαθιστούν την πίστη μας σ’ έναν κόσμο ιδιαίτερα εχθρικό». Τόσο το χειρότερο για τον επιθεωρητή Ντέιβυ που, ποδοπατώντας με τα χοντροπάπουτσά του την παχιά μοκέτα του σαλονιού στο ξενοδοχείο Μπέρτραμ, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του –για να του δώσει κουράγιο- ότι το “five ο’ clock tea” είναι παρελθόν, όπως και το πουλί Dodo του νησιού Μαυρίκιος».

Ανν Μαρτινετί - Φρανσουά Ριβιέρ: Σασπένς Καραμελέ (Ηλέκτρα, 2005)

Τρίτη 1 Μαΐου 2012


"Αχ! Η πουτίγκα, αυτή η παλιά καλή εγγλέζικη σπεσιαλιτέ την οποία λατρεύουν οι ηλικιωμένες δεσποσύνες, αφού στην αφράτη ζύμη της ξαναβρίσκουν την έγνοια για τον σωστό υπολογισμό των υλικών και την αγάπη τους για την παράδοση... τι γίνεται, όμως αν η πουτίγκα μεταβληθεί σε εργαλείο για φόνο;
Η Άγκαθα Κρίστι αγαπούσε το καλό φαγητό, και ήξερε πώς να μεταβάλλει τα πιο λαχταριστά πιάτα σε παγίδες θανάτου! Στις σελίδες των αστυνομικών μυθιστορημάτων της «μεγάλης κυρίας του εγκλήματος», ακόμα κι ένα ορεκτικό σάντουιτς από τα χέρια ενός δολοφόνου αρκεί για να στείλει το θύμα του «εν τόπω χλοερώ»... Στις συνταγές που περιλαμβάνονται εδώ, οι συγγραφείς, μανιώδεις αναγνώστες της Κρίστι, αφαίρεσαν μεν το αρσενικό και τη στρυχνίνη (!) κράτησαν όμως τους αριστοτεχνικούς συνδυασμούς και την απαράμιλλη πρωτοτυπία της καλής βρετανικής κουζίνας!

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011


Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 5/8/1990

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011


Εφημ. ΕΜΠΡΟΣ, 12/1955

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 12/1969

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 12/1969

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010


Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 12/1969

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Αναζητώντας τον χαµένο φόνο
Της Έλενας Ακρίτα (Τα Νέα, 18/9/2010)
Μπαίνοντας στο Google, έπεσα πάνω σε ένα παράξενο banner στην προµετωπίδα του. Το ψιλοαδιάφορο δεξί κλικ µε ταξίδεψε σε παρελθόντες χρόνους. Σε παρελθόντες φόνους. Το banner ήταν αφιερωµένο στα 120 χρόνια από τη γέννηση της Αγκαθα Κρίστι, στις 15 Σεπτεµβρίου 1890.
Την είχα ξεχάσει τη φίλη µου την Αγκαθα. Την είχα σπρώξει στα βάθη της µνήµης, τη σύντροφο των εφηβικών µου καλοκαιριών. Το κίτρινο βιβλιαράκι τσέπης. Εκδόσεις Λυχνάρι. Ο τίτλος, µε τις λέξεις «φόνος, δολοφόνος, έγκληµα». Το απαραίτητο σκίτσο µιας, όµορφης µεν έντροµης δε, κοπέλας. Το πιστόλι, το µαχαίρι, οι σταγόνες αίµατος. Και το ταξίδι ξεκινούσε. Κλασικό θερινό ανάγνωσµα το αστυνοµικό της κοµψής Αγκαθα. Ποτέ δεν εστίαζε στη φρίκη, ποτέ δεν καταδεχόταν τις ανατριχιαστικές λεπτοµέρειες. Οι φόνοι της ήταν πάντα απολύτως συµβατοί µε το savoir vivre.
Παραδοσιακή Αγγλίδα ,ξεδίπλωνε την ιστορία της µε την ίδια αυστηρή ιεροτελεστία που οι Αγγλοι σερβίρουν το τσάι συνοδευµένο απαρέγκλιτα µε µικροσκοπικά σάντουιτς. Μόνο που εκείνη, µε τις ίδιες αβρές κινήσεις, µέσα στο σάντουιτς αντί για αγγούρι έβαζε στρυχνίνη. Η µόνη της διαφορά από τη γηραιά γειτόνισσα της διπλανής πόρτας, την -ενδεχοµένως- χήρα αξιωµατικού.
Δεν ξέρω γιατί οι περισσότεροι από εµάς έχουν ταυτίσει την Αγκαθα Κρίστι -όπως και τον Σαρλ Εσµπραγιά, τον πνευµατικό µπαµπά της σκωτσέζας γεροντοκόρης Ιµογένης- µε τις υψηλές θερµοκρασίες του Αυγούστου. Στις χειµερινές καταδύσεις, µας συνόδευαν ο Ντοστογιέφσκι και ο Φόκνερ. Ο Τολστόι και ο Τζέιµς Τζόις. Ο Χάξλερ και ο Προυστ. Αναζητώντας τον χαµένο χρόνο. Αναζητώντας τον χαµένο φόνο. Στη δεξιά µας ξαπλώστρα έστριβε το τσιγκελωτό µουστάκι του ο Ηρακλής Πουαρό, εξασκώντας ακούραστα τα µικρά φαιά του κύτταρα. Στην αριστερή ξαπλώστρα, η «miss» Τζέιν Μαρπλ έπλεκε ένα κασκόλ για τον αγαπηµένο της ανιψιό, τον Ρέιµοντ Γουέστ. Προτού τελειώσει το κασκόλ, ο δολοφόνος θα έχει βρεθεί. Ο κύριος Πουαρό και η δεσποινίς Μαρπλ θα έχουν φροντίσει γι' αυτό. Κι εγώ θα µένω πάντα άναυδη. Μα να µην πάει ποτέ το µυαλό µου! Ενώ η µητέρα µου, πού τον έβρισκε πάντα στις 10 πρώτες σελίδες;
Ναι, όντως, ο δολοφόνος είναι ο γιατρός. Ναι, όντως, υπάρχει διαφορά ανάµεσα στα φαιά και στα ξανθά κύτταρα.
Θα μου πείτε «παραφιλολογία του κερατά». Ναι, αν δεχθούµε ότι στην ίδια κατηγορία ανήκουν µορφές όπως ο Ντάσιελ Χάµετ και ο Ρέιµοντ Τσάντλερ (διαβάστε το εκπληκτικό «εγχειρίδιο» του Τσάντλερ «Η τέχνη του φόνου» και θα καταλάβετε τι εννοώ)!
Τα βιβλία της Αγκαθα Κρίστι έρχονται δεύτερα σε πωλήσεις µετά τη Βίβλο. Οταν η συγγραφή γίνεται ένας εξαιρετικά προσοδοφόρος βιοπορισµός, λογικό να έχει γράψει και άπειρες πατάτες. Οµως υπάρχουν και εξαιρετικά µυθιστορήµατα. Από τα µέσα της δεκαετίας του '50 και για µία ολόκληρη εικοσαετία! Με κορυφαία τα βιβλία «Οι δέκα µικροί νέγροι», «Εγκληµα στο Οριάν Εξπρές», «Μάρτυρας κατηγορίας», άντε και η «Ποντικοπαγίδα»!
Στην Αγκάθα (και τον Λόρενς Ντάρελ, να 'µαστε και δίκαιοι) χρωστάω τα πρώτα µου ταξίδια στην Αίγυπτο. Ταξίδια του νου, χωρίς αλέρετούρ, χωρίς «οργάνωση» και πακέτα προσφορών. Ολοι µας σε κάποια γωνιά της σκοτεινής αποθήκης θα βρούµε ένα ξεχασµένο κίτρινο βιβλίο τσέπης. Το θύµα βρέθηκε µαχαιρωµένο στη βιβλιοθήκη του αγγλικού πύργου. Οι ένοχοι, πολλοί. Ο δολοφόνος βρέθηκε και τιµωρήθηκε. Οι υπόλοιποι έζησαν αυτοί καλά. Εζησαν; Ζουν; Τρέχα γύρευε. 120 χρόνια από τη γέννησή της. Εζησε; Ζει; Τρέχα γύρευε! Για τον συγγραφέα ο θάνατος είναι ο βιολογικός; Ή πεθαίνει όταν κανένας δεν τον διαβάζει πια; Και οι ιδιοφυείς εκπρόσωποι της παραφιλολογίας; Είναι πιο θνησιγενείς από τους «µεγάλους»; Ακόµα κι αν τους κουβαλάµε µέσα µας; Ακόµα κι αν τους «φέρουµε ως ταπεινόν σαρκίον» της µνήµης µας;
Πότε πεθαίνει ο συγγραφέας; Πότε πεθαίνει το παραµύθι; Και ποιος είναι δολοφόνος του, αγαπητή Αγκαθα;

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010


- Ίσως να μην έχετε πολύ άδικο, παραδέχθηκε ο Κράντοκ. Μην αρχίσετε όμως να χώνετε την μύτη σας σε πολλά πράγματα. Έχω κάποιο προαίσθημα ότι δεν είστε πολύ ασφαλής…
Η μις Μαρπλ χαμογέλασε.
- Έχω την εντύπωση ότι μου ζητάτε να επιτύχω το ακατόρθωτο. Οι ηλικιωμένες γυναίκες συνηθίζουν χωρίς να το θέλουν να χώνουν την μύτη τους, όπως πολύ επιτυχημένα είπατε, σε πολλά πράγματα. Θα ήταν πολύ παράξενο αν καθόμουν φρόνιμα και δεν έδινα καμιά σημασία σ’ όσα γίνονται γύρω μου. Ζητήματα που αφορούν κοινούς φίλους που μένουν σε πολλά διαφορετικά μέρη, αν θυμούνται κάτι που έχει συμβεί πριν από πολλά χρόνια, αν ξέρουν ποιον παντρεύτηκε η κόρη της λαίδης τάδε, είναι μερικά από τα θέματα που κινούν το ενδιαφέρον μας στην ηλικία που έχουμε φθάσει. Σας εξυπηρετεί καθόλου αυτό;
- Αν με εξυπηρετεί; Επανέλαβε ο Κράντοκ με το ύφος ανθρώπου που δεν καταλάβαινε.
- Ρωτώ αν σας βοηθάει αυτό να ανακαλύψετε αν οι άνθρωποι, πραγματικά, με τους οποίους έχετε να κάνετε είναι όντως ό,τι σας λένε πως είναι, εξήγησε η Μαρπλ.
Σταμάτησε για λίγο για να δει ποια εντύπωση είχαν προκαλέσει τα λόγια της στον συνομιλητή της.
- Αυτό δεν είναι εκείνο που σας στενοχωρεί; Συνέχισε ύστερα από λίγο. Ο κόσμος έχει αλλάξει καταπληκυικά από τότε που τελείωσε ο πόλεμος. Πάρτε ως παράδειγμα το Τσίπιν Γκλέγκχορν. Μοιάζει καταπληκτικά με το Σαιντ Μαίρη Μηντ, όπου μένω. Πριν από δεκαπέντε χρόνια γνωρίζομαστε όλοι ματαξύ μας, ή αν δεν γνωριζόμαστε, ξέραμε τουλάχιστον από πού κρατά η σκούφια του καθενός. Ήταν άνθρωποι που οι γονείς τους, οι παππούδες τους ή οι θείοι τους έμεναν πάντοτε στο ίδιο χωριό. Αν ερχόταν κάποιος καινούργιος να εγκατασταθεί εκεί, έφερνε μαζί του κάποιο σύνταγμα με κάποιον άλλον. Αν παρουσιαζόταν κανένας πραγματικά καινούργιος, όλο το χωριό δεν έμενε ήσυχο παρά μόνον όταν εξακρίβωνε το παρελθόν του καινουργιοφερμένου.
Κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι της και πρόσθεσε.
- Σήμερα όμως έχει αλλάξει η κατάστασις. Όλα τα μικρά χωριά έχουν γεμίσει από ανθρώπους που πήγαν και εγκαταστάθηκαν σ’ αυτά χωρίς να έχουν κανέναν δεσμό με τα μέρη που διάλεξαν. Όλα τα μεγάλα σπίτια πουλήθηκαν και τα εξοχικά σπίτια έχουν υποστεί τέτοιες μεταβολές που έχουν καταντήσει αγνώριστα. Νέοι άνθρωποι κυκλοφορούν στους δρόμους και το μόνο που ξέρει κανείς γι’ αυτούς είναι εκείνα που σου λεν οι ίδιοι. Έχουν μαζευτεί από όλες τις γωνιές του κόσμου.Κανένας δεν ξέρει ποιος είναι ο γείτονάς του.

Αγκάθα Κρίστι, Πρόσκληση σε φόνο, εκδόσεις Λυχνάρι
Μετάφραση: Αχ. Κυριαζής

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010


Η κα. Βαν Ράυντωκ στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη φορώντας μόνο μια ροζ κομπιναιζόν. Το στήθος της διατηρούσε τη φόρμα του, αν και μέσα σε ενισχυμένο σουτιέν. Φορούσε φίνες μεταξωτές κάλτσες και τα πόδια της διατηρούσαν ακόμη αξιοζήλευτες καμπύλες. Το πρόσωπό της από το συνεχές μασάζ και το υπερβολικό μακιγιάζ, φαινόταν από σχετική απόσταση σχεδόν νεανικό. Τα μαλλιά της είχαν μιαν απόχρωση προς το μπλε και διατηρούσαν τη φόρμα που είχαν πάρει με την περμανάντ. Ήταν αδύνατον, όταν την κοιτούσες, να καταλάβεις την πραγματική της ηλικία. Ότι μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα χρήματα, το είχαν κάνει, σε συνδυασμό με το μασάζ, τη δίαιτα και τις γυμανστικές ασκήσεις.
Η Ρουθ κοίταξε τη φίλη της με μάτια που λαμπύριζαν από εξυπνάδα.
-Το πιστεύεις, Τζέην, έκανε, πως πολύς κόσμος μπορεί να μαντέψει ότι εσύ και εγώ έχουμε την ίδια ηλικία;
Η μις Μαρπλ της αποκρίθηκε με την ίδια σαρκαστική διάθεση:
-Α, όχι. Εγώ δείχνω πάντα την πραγματική μου ηλικία.
Η μις Μαρπλ είχε κάτασπρα μαλλιά, ένα απαλότατο ροζ πρόσωπο, με ελαφρές ρυτίδες και λοξά, κινέζικα μάτια. Το χρώμα τους ήταν το χρώμα του αίθριου ουρανού. Ήταν, με άλλα λόγια, ένα γλυκύτατο πλάσμα και κανείς δεν θα μπορούσε να πει το ίδιο και για την κα. Ρουθ Βαν Ράυντωκ.

Αγκάθα Κρίστι, Οι δύο όψεις ενός εγκλήματος, εκδόσεις Λυχνάρι.
Μετάφραση: Τάσος Λαζαρίδης

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010


Τα απογεύματα, η αγαπημένη συνήθεια της μις Μαρπλ ήταν να διαβάζει τη δεύτερη εφημερίδα της. Κάθε πρωί, στο σπίτι, της έφερναν δύο εφημερίδες. Την πρώτη τη διάβαζε πίνοντας το πρωινό τσάι, αν βέβαια την είχαν φέρει μέχρι τότε. Το αγόρι που μοίραζε τις εφημερίδες στα σπίτια των αναγνωστών δεν φρόντιζε ποτέ να τις πηγαίνει στην ώρα τους. Συχνά μάλιστα έπαιρνε την θέση του ένας καινούργιος ή κάποιος τρίτος, ποτ αναπλήρωνε τον διανομέα τις ημέρες της απουσίας του. Ο καθένας είχε δική του άποψη σχετικά με τη γεωγραφική πορεία που θα ακολουθούσε για τη δουλειά του. Ίσως θα ήταν πολύ κουραστικό το ίδιο δρομολόγιο καθημερινά. Οι αναγνώστες όμως που ήθελαν να έχουν νωρίς το φύλλο στα χέρια τους, ώστε να ρίχνουν μια βιαστική ματιά στα πιο σημαντικά γεγονότα πριν ξεκινήσουν για τη στάση του λεωφορεία ή του τρένου, ή οποιουδήποτε άλλου μεταφορικού μέσου που τους έφερνε στη δουλειά τους, είχαν δίκιο να εκνευρίζονται όταν οι εφημερίδες αργούσαν. Οι ηλικιωμένες κυρίες όμως που περνούσαν ειρηνικά τις μέρες τους στο Σαιντ Μαίρη Μηντ προτιμούσαν συχνά να διαβάζουν την εφημερίδα τους στο πρόγευμα.
Σήμερα η μις Μρπλ είχε ρίξει μια προσεκτική ματιά στην πρώτη σελίδα και σε μερικά σκορπισμένα άρθρα στην εφημερίδα που της είχε δώσει το όνομα «Το καθημερινό λίγο απ’ όλα». Αυτό έκρυβε και μια ελαφρά δόση ειρωνείας γιατί η «Νταίηλυ Νιουσγκίβερ» που είχε την ατυχία να αλλάξει ιδιοκτήτη, γέμιζε τώρα τις σελίδες της, προς μεγάλη αγανάκτηση της μις Μαρπλ και των φίλων της, με ανδρική μόδα, βραδινές κομμώσεις, αισθηματική αλληλογραφία, διαγωνισμούς για παιδιά και συμβουλές σε γράμματα δυστυχισμένων γυναικών. Το αποτέλεσμα ήταν τα σημαντικά νέα να στριμώχνονται μόνο στην πρώτη σελίδα ή αν κάποιο δεν χωρούσε εκεί να χώνεται σε καμιά απίθανη γωνιά ώστε να είναι αδύνατον να το βρει κανείς. Η μις Μαρπλ, που παρέμενε πιστή στην παλιά μόδα, προτιμούσε η εφημερίδα της να είναι εφημερίδα και να την ενημερώνει για τα νέα.
Η μις Μαρπλ διάβασε πρώτα τις σημαντικές ειδήσεις της πρώτης σελίδας. Δεν τους αφιέρωσε πολύ χρόνο γιατί ήταν οι ίδιες με αυτές που είχε διαβάσει το πρωί. Η μόνη διαφορά ήταν στον τρόπο που τις διατύπωνε ο κάθε δημοσιογράφος. Έριξε μια ματιά στον πίνακα των περιεχομένων. Άρθρα, σχόλια, επιστήμη, σπορ. Μετά έκανε την συνηθισμένη της κίνηση. Γύρισε στην τελευταία σελίδα διαβάζοντας βιαστικά τις γεννήσεις, τους γάμους, τους θανάτους, κι ύστερα άνοιξε όπως συνήθως στα νέα των Δικαστηρίων και στις πωλήσεις. Στην ίδια σελίδα υπήρχε συχνά και ένα επιστημονικό άρθρο, αλλά δεν είχε διάθεση να το διαβάσει. Πολύ σπάνια το έκανε.
Αφού είχε τελειώσει τον γρήγορο περίπατό της στις γεννήσεις, τους γάμους και τους θανάτους, η μις Μαρπλ κατέληξε στο καθημερινό, πικρό συμπέρασμά της.
«Είναι πολύ λυπηρό, πράγματι, αλλά σήμερα το μόνο που μπορεί να μ’ ενδιαφέρει είναι οι θάνατοι».

Αγκάθα Κρίστι, Νέμεσις, εκδόσεις Λυχνάρι.
Μετάφραση: Τζένη Τσόχα

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010


Το τηλέφωνο της μις Μαρπλ χτύπησε, καθώς αυτή ντυνόταν το πρωί. Το κουδούνισμα την παραξένεψε λίγο. Ήταν ασυνήθιστη ώρα για να χτυπάει το τηλέφωνο. Τόσο καλά ήταν τακτοποιημένη η ζωή της άγαμης αυτής γυναίκας, που απρόβλεπτα τηλεφωνήματα ήταν πηγή σοβαρής ανησυχίας και σοβαρών σκέψεων:
- Βρε, αδελφέ, έκαμε η μις Μαρπλ, κοιτάζοντας με απορία τη συσκευή του τηλεφώνου. Ποιος μπορεί να είναι τέτοια ώρα;
Από τις εννέα ως τις εννέα και μισή ήταν η αναγνωρισμένη ώρα στο χωριό για τα φιλικά τηλεφωνήματα στους γείτονες. Σχέδια για την ημέρα, προσκλήσεις και τα όμοια γίνονταν κατά το χρονικό εκείνο διάστημα. Ο κρεοπώλης ήταν γνωστό πως τηλεφωνούσε λίγο πριν από τις εννέα αν σημειωνόταν κάποια ανωμαλία στο εμπόριο του κρέατος. Κατά διαλείμματα, στο διάβα της ημέρας, μπορούσαν να γίνουν σπασμωδικά τηλεφωνήματα, αν και περνιόταν για άσχημα έμπνευση αν τηλεφωνούσε κανείς μετά τις εννέα και μισή, τη νύχτα.
Είναι αλήθεια, πως ο ανιψιός της μις Μαρπλ, ένας συγγραφέας, και γι’ αυτό τον λόγο λιγάκι αφηρημένος και απρόσεχτος, τηλεφωνούσε τις πιο απίθανες ώρες. Κάποτε, είχε πάρει τη θεία του δέκα λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα. Όσες, όμως, εκκεντρικότητες και αν είχε ο ιδιόρρυθμος Ραίυμον Γουεστ, το πολύ πρωινό ξύπνημα δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ούτε αυτός ούτε κανείς από τους γνωστούς της μις Μαρπλ ήταν πιθανό να την πάρει στο τηλέφωνο πριν από τις οκτώ το πρωί. Ενώ τώρα ήταν, ακόμα, η ώρα οκτώ παρά τέταρτο. Δηλαδή, πολύ νωρίς ακόμα και για ένα τηλεγράφημα, αφού το ταχυδρομείο δεν άνοιγε πριν από τις οκτώ.
- Ίσως, σκέφθηκε η μις Μαρπλ, κάποιος πήρε λάθος τον αριθμό.
Και με την σκέψη αυτή στο κεφάλι, προχώρησε προς την ανυπόμονη συσκευή και ξεθύμανε λίγο από την οργή της, σφίγγοντας δυνατά το ακουστικό:
- Ναι, έκανε.
- Εσύ ‘σαι, Τζαίην;

Αγκάθα Κρίστι, Ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη, εκδόσεις Λυχνάρι
Μετάφραση: Ανδρέας Παναγιωτόπουλος

Σάββατο 1 Μαΐου 2010


Την άλλη μέρα, κυκλοφόρησε στο χωριό Σαιντ-Μαίρυ-Μηντ η είδηση ότι η Μις Μαρπλ είχε γυρίσει στο σπίτι της. Την είχαν δει στη Χάι Στρητ στις έντεκα το πρωί. Είχε περάσει από το Πρεσβυτέριο στις δώδεκα παρά δέκα. Το ίδιο απόγευμα, τρεις από τις κουτσομπόλες του χωριού πήγαν να της κάνουν επίσκεψη και να μάθουν τις εντυπώσεις της από την εύθυμη πρωτεύουσα και να της πουν τα νέα του χωριού.
Αργότερα, το ίδιο απόγευμα, είδαν τη Μις Μαρπλ, όπως πάντα, στον κήπο της. Μόνο που αυτή τη φορά την απασχολούσαν περισσότερο τα λουλούδια της παρά οι κινήσεις των γειτόνων της. Ήταν αφηρημένη τρώγοντας το λιτό βραδινό της και φαινόταν να μην ακούει αυτά που της έλεγε η νεαρή υπηρέτριά της, η Έβελυν, για τα σούρτα φέρτα στο φαρμακείο. Την άλλη μέρα εξακολουθούσε να είναι αφηρημένη, πράγμα που το πρόσεξαν δυο-τρεις άνθρωποι, ανάμεσά σ’ αυτούς και η γυναίκα του πάστορα. Εκείνο το βράδυ, η Μις Μάρπλ είπε πως δεν ένιωθε καλά και έπεσε στο κρεβάτι. Το άλλο πρωί έστειλε την Έβελυν να καλέσει τον Δόκτορα Χαίηντοκ.
Ο Δόκτωρ Χαίηντοκ ήταν γιατρός, φίλος και σύμμαχος της Μις Μαρπλ από πολλά χρόνια. Άκουσε να του αραδιάζει τα συμπτώματα της αδιαθεσίας της, την εξέτασε και ξανακάθησε στην καρέκλα του, κουνώντας απειλητικά το στηθοσκόπιό του.
«Για μια γυναίκα της ηλικίας σου και παρ’ όλη την απατηλή αδύναμη εμφάνισή σου, βρίσκεσαι σε αξιοθαύμαστα καλή φόρμα»/

Αγκάθα Κρίστι, Ρετρό στην ομίχλη, εκδόσεις Λυχνάρι.
Μετάφραση: Άννα Παπαδημητρίου

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010


Ο Ρέυμοντ Γουεστ φύσηξε ένα σύννεφο γαλάζιου καπνού επανέλαβε τη φράση σαν να του έκανε ευχαρίστηση ο ήχος των λέξεων:
«Άλυτα μυστήρια».
Κοίταξε γύρω του με βλέμμα ικανοποίησης. Το δωμάτιο ήταν ένα από εκείνα τα δωμάτια των παλιών αρχοντικών με τα ψηλά σκαλιστά ταβάνια και τα παλιά όμορφα έπιπλα που του ταίριαζαν τόσο καλά. Γι’ αυτό το ικανοποιημένο βλέμμα του Ρέυμοντ Γουεστ ήταν δικαιολογημένο. Συγγραφέας το επάγγελμα, ήθελε το περιβάλλον του να είναι άψογο. Το σπίτι της Θείας Τζέην ήταν, κατά τις αντιλήψεις του, το πιο ταιριαστό περιβάλλον για την προσωπικότητά της και γι’ αυτό το λόγο, τούδινε πάντα ένα ευχάριστο συναίσθημα. Την κοίταξε για μια στιγμή, όπως καθόταν κοντά στο τζάκι, στητή, στη μεγάλη παλιά πολυθρόνα. Η Μις Μαρπλ φορούσε ένα φόρεμα από μαύρο κεντητό ύφασμα, πολύ σφιχτό στη μέση. Δαντέλες στόλιζαν τον μπούστο γύρω από το λαιμό της. Τα λεπτά της χέρια ήταν ντυμένα με μισά γάντια από μαύρη νταντέλα και μια μαύρη νταντελένια σκούφια σκέπαζε τη μάζα των χιονάτων μαλλιών της, που είχε χτενισμένα ψηλά. Έπλεκε –όπως πάντα- κάτι λευκό και αφράτο. Το βλέμμα των ανοιχτών γαλανών ματιών της, πράο και αγαθό, παρατήρησε τον ανεψιό της και τους καλεσμένους του με ήρεμη ευχαρίστηση. (…) Για ένα λεπτό, η Μις Μαρπλ αφιέρωσε την προσοχή της σ’ αυτούς τους ανθρώπους’ μετά ξαναγύρισε στο πλεχτό της, μ’ ένα ελαφρό χαμόγελο στα χείλη.
[…]
Τα μάτια όλων στράφηκαν στον Σερ Χένρυ.
-Είναι περίεργο, είπε εκείνος, όμως η Μις Μαρπλ μάντεψε την αλήθεια. (…)
Έγινε για λίγο σιωπή κι αμέσως μετά ο Ρέυμοντ είπε:
-Εντάξει, θεία Τζέην. Κέρδισες αυτή τη φορά. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς διάβολο μάντεψες την αλήθεια (…)
-Μα, μικρέ μου, είπε η Μις Μαρπλ, εσύ δεν έχεις την πείρα της ζωής που έχω εγώ. (…)

Αγκάθα Κρίστι, Κάθε Τρίτη κι ένα έγκλημα, εκδόσεις Λυχνάρι.
Μετάφραση: Άννα Παπαδημητρίου

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010


Η μις Μαρπλ και η κυρία Μακιλίκαντι αποτελείωσαν το πρόγευμά τους σιωπηλές, βυθισμένες στις σκέψεις τους.
Μετά έκαναν έναν μικρό περίπατο στον κήπο. Ωστόσο παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της μις Μαρπλ να τραβήξει το ενδιαφέρον της φίλης της στα λουλούδια, δεν κατάφερε να την κάνει να ξεχάσει. Για πρώτη φορά η κυρία Μακιλίκαντι δεν έρχισε να πλαέκει εγκώμια για τις υπέροχες γλάστρες της με το μεθυστικό άρωμα των σπάνιων φυτών της.
-Ο κήπος δεν είναι όπως θα έπρεπε, συνέχισε μηχανικά η μις Μαρπλ, ενώ το μυαλό της ταξίδευε αλλού. Φταίει όμως ο γιατρός Χαίηντοκ που μου έχει απαγορεύσει κατηγορηματικά να στέκομαι ή να γονατίζω. Τι μπορείς να κάνεις σ’ έναν κήπο αν δεν σκύβεις ή δεν γονατίζεις; Υπάρχει, βέβαια, ο μπάρμπα Έντουαρντ αλλά δεν κάνει και πολλά πράγματα. Το μόνο που κάνει είναι να πίνει αμέτρητα φλυτζάνια τσάι και να ποτίζει τα λουλούδια. Όχι πραγματική δουλειά δηλαδή.
-Σωστά, συμφώνησε η κυρία Μακιλίκαντι. Εμένα δεν μου το έχει απαγορεύσει ο γιατρός, αλλά ειδικά μετά το φαί και και κυρίως τώρα που έχω πάρει αρκετά περιττά κιλά –είπε, ρίχνοντας στην σιλουέτα της μια αποδοκιμαστική ματιά- νιώθω κάτι μικρές ενοχλήσεις στην καρδιά!
Μεσολάβησε μια λιγόλεπτη αλλά βαριά σιωπή, κι ύστερα η κυρία Μακιλίκαντι στράφηκε και βύθισε το ανήσυχο βλέμμα της στα μάτια της φίλης της.
-Λοιπόν;
Επρόκειτο για μια μικρή ασήμαντη λέξη, ο τόνος όμως της γυναίκας την έκανε να φαίνεται εξαιρετικά σπουδαία, λες και είχε βάλει μέσα όλα όσα ήθελα να πει. Η μις Μαρπλ ήξερε πολύ καλά τι εννοούσε.

Αγκάθα Κρίστι, Ο φόνος δεν είναι παιχνίδι, εκδόσεις, Λυχνάρι.
Μετάφραση: Τζένη Τσόχα

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010


Η μις Τζέιν Μαρπλ καθόταν μπροστά στο παράθυρό της. Το παράθυρο έβλεπε στον κήπο που κάποτε ήταν γι’ αυτήν πηγή μεγάλης υπερηφάνειας. Όχι όμως και σήμερα. Τώρα τελευταία κοίταζε έξω και νευρίαζε. Εδώ και αρκετό καιρό τής ήταν απαγορευμένο να ασχολείται με την κηπουρική. Δεν έπρεπε να σκύβει, να σκάβει, να φυτεύει’ το πολύ πολύ μπορούσε να κλαδεύει λιγάκι. Ο γέρο-Λαίηκοκ, που ερχόταν τρεις φορές την εβδομάδα, έκανε ασφαλώς ό,τι μπορούσε ο άνθρωπος. Μα το τι μπορούσε (που δεν ήταν αρκετό ποτέ) ήταν σύμφωνα μ’ αυτό που νόμιζε εκείνος σωστό και όχι με τις αντιλήψεις της εργοδότριάς του. Η μις Μαρπλ ήξερε τι ακριβώς ήθελε να γίνεται και πότε το ήθελε, και του έδινε τις σχετικές εντολές. Ο γέρο-Λαίηκοκ τότε έβαζε τα δυνατά του, δείχνοντας το μεγάλο ταλέντο του, που ήταν να συμφωνεί με ενθουσιασμό σε κάθε υπόδειξη μα να αποφεύγει τελικά να την πραγματοποιήσει.
(…)
Καθώς συλλογιζόταν αυτά τα πράγματα η μις Μαρπλ, απέστρεψε τα μάτια της απ’ τον κήπο και αφοσιώθηκε πάλι στο πλέξιμό της.
Έπρεπε να παραδεχτεί πια την πραγματικότητα. Το Σαιντ Μαίρη Μηντ δεν έμοιαζε πια καθόλου με το μέρος που ήταν άλλοτε. Λίγο-πολύ όλα σχεδόν είχαν αλλάξει. Θα μπορούσε κανείς να τα’ αποδώσει αυτό στο πόλεμο (στους δυο πολέμους) ή στη νέα γενιά ή στις γυναίκες που είχαν βγει απ’ τα σπίτια τους για να εργασθούν, ή στην ατομική βόμβα ή απλώς στην Κυβέρνηση- αυτό όμως που αντιλαμβανόταν κανείς ήταν πως περνούσαν τα χρόνια και ολοένα γερνούσε. Η μις Μαρπλ ήταν μια πολύ λογική ηλικιωμένη κυρία και το ήξερε αυτό καλά. Κατά κάποιο παράξενο τρόπο το ένιωθε αυτό ακόμα περισσότερο στο Σαιντ Μαίρη Μηντ, γιατί εκεί έμενε τόσα χρόνια.

Αγκάθα Κρίστι, Διπλό είδωλο στον σπασμένο καθρέφτη, εκδόσεις Λυχνάρι
Μετάφραση: Αχ. Κυριαζής